Τὸ μεγαλεῖο τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οἱ αὐτοκράτορες, οἱ πηγές, τὸ ἄγνωστο ποίημα τοῦ Κ.Π. Καβάφη καὶ τὸ τελευταῖο λίκνο στὴν Τραπεζοῦντα
Κείμενο: Χ.Κ. Λαζαρόπουλος
Σημαντικὸς καὶ καίριος μῆνας εἶναι ὁ Μάϊος στὴν ἱστορία τοῦ Ἑλληνισμοῦ διαχρονικά. Εἶναι ὁ μῆνας ποὺ ἱδρύθηκε ἀλλὰ καὶ ἁλώθηκε ἡ Κωνσταντίνου Πόλις, ἡ Κωνσταντινούπολη. Εἶναι ὁ μῆνας ποὺ ἀποβιβάσθηκε ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς στὴ Σμύρνη ἀλλὰ καὶ ὑπέστη γενοκτονία ὁ Ποντιακὸς Ἑλληνισμός, τὸ ἴδιο ἔτος, τὸ 1919.
Σὰν σήμερα πρὶν ἀπὸ σχεδόν ἕξι αἰῶνες, τὰ ἀσκέρια τοῦ Μωάμεθ Β’ τοῦ ἀποκαλούμενου Πορθητῆ μπῆκαν στὴν Πόλη. Ἡ εἴδηση προκάλεσε παγκόσμιο σάλο ἐκείνη τὴν ἐποχή. Ὅπως γράφει ὁ μεγαλύτερος βυζαντινολόγος ὅλων τῶν ἐποχῶν, ὁ Σὲρ Στῆβεν Ράνσιμαν «ὁ Μάϊος περιέχει τὸ κοσμικὸ ἀλλὰ καὶ καθαγιαστικὸ γενέθλιο τῆς κορωνίδας τῶν πόλεων ἀλλὰ καὶ τὴν ἅλωσή της».
Στὴν ἀποκορύφωση τῆς ἄνοιξης ὁ Ἑλληνισμὸς βιώνει τὴ δόξα καὶ τὴν πτώση τῆς Πόλης τῶν Πόλεων καὶ ὁλόκληρης τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, τοῦ ἀποκαλούμενου Βυζαντίου. Στὴν τελευταία ὅμως κόγχη τοῦ τρίτου δεκαήμερου τοῦ Μαΐου γιορτάζουμε καὶ τὸν κτήτορα τῆς βασιλεύουσας, τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο καὶ τὴ μητέρα του, τὴν Ἁγία Ἑλένη.
Ἡ πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴ Ρώμη στὸ Βυζάντιο, τὴν ἀρχαία ἀποικία τῶν Μεγαρέων, στὶς 11 Μαΐου 330 μὲ κάθε ἐπισημότητα. Ἡ πόλη μετονομάσθηκε σὲ Κωνσταντινούπολη ὅπως ἁρμόζει σὲ κάθε Μεγάλο ἡγέτη, ὅπως ἦταν ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος. Ἡ πόλη αὐτὴ ἔγινε ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπὶ 1.100 χρόνια.
Ἡ ἐξέλιξη τῆς Ρωμιοσύνης κρίθηκε ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξη τῆς Πόλεωςς σὲ μητρόπολη τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου. Ὅπως γράψει ὁ Τζούλιαν Νόργουϊτς, ἂν ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἦταν ὁ λιμενοβραχίονας καὶ ἡ Κωνσταντινούπολη ὁ φάρος ποὺ ἀντιστάθηκαν στὰ κύματα τῶν βαρβάρων, ἡ σημερινὴ εἰκόνα τῆς Εὐρώπης θὰ ἦταν πολὺ διαφορετική. Χάρη σ’ αὐτὴν τὴν ὑπερχιλιετῆ παρουσία ἀναπτύχθηκε ἕνας οἰκουμενικὸς πολιτισμὸς ὁ ὁποῖος ἔχει ρίζες στὴν Ἑλλάδα καὶ πτυχὲς σὲ ὅλα τὰ ἐδάφη ποὺ κάλυψε ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, σὰν συνέχεια τῆς ἀρχαίας Ρώμης, στὰ ἴχνη τῶν Ἑλληνιστικῶν βασιλείων, στὸ ἀποτύπωμα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου.
Πολιτισμὸς ἄγνωστος καὶ παρεξηγημένος
Ὁ πολιτισμὸς τῆς Ρωμιοσύνης, ἀπὸ τὸ 330 ὡς τὸ 1453, παραμένει ἄγνωστος καὶ παρεξηγημένος στοὺς πολλοὺς καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν ἀφουγκράζονται τὴν ἀλήθεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ πάντρεμα τοῦ ἀρχαίου κλέους μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία εἶναι Ἑλλάδα διότι αὐτὴ ἦταν ἡ γλῶσσα της, ἡ φιλοσοφία της, ἡ θρησκεία της, ἡ εὐθύνη καὶ τὸ καθῆκον διάσωσης τῆς ἀρχαιοελληνικῆς γραμματείας.

Ὁ ὄχλος -ὅπως εἴθισται- μπορεῖ νὰ βανδάλισε ἀρχαίους ναούς, ὡστόσο, δὲν τοὺς κατέστρεψε. Διατήρησε τὴν ἑλληνικότητα στὴν ψυχὴ καὶ στὸ ἦθος. Πολλὲς φορές, ὁ συγχωρεμένος καθηγητὴς Νεοκλῆς Σαρρὴς ἔλεγε ὅτι ἐμεῖς, οἱ νέο-ἕλληνες ἀποποιούμαστε τὴν ταυτότητα τοῦ Ρωμιοῦ παρ’ ὅτι εἴμαστε μάρτυρες καὶ φορεῖς τῆς Ρωμιοσύνης ποὺ ἀναπτύχθηκε μὲ κέντρο τὴν Κωνσταντινούπολη.
Γιὰ νὰ μὴν παρεξηγηθοῦμε, δὲν ἀναφερόμαστε μόνο στὰ ποικίλα ἀγοραῖα ξόρκια εἰς βάρος του. Οἱ ἐκφράσεις «βυζαντινολογοῦμε» καὶ «βυζαντινισμὸς» ἀπέχουν ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἂν μελετήσει κανεὶς τὴν ἀνάπτυξη σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα μὲ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ ἀντίληψη ὅτι «πᾶν μέτρον ἄριστον». Μόνο ποὺ αὐτὴ τὴ φορὰ ὑπάρχει ἡ σημαντικὴ συμπλήρωση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη του Χρυσόστομου: «Πᾶν μέτρον ἄριστον, ὁ ἄνθρωπος».
Μπορεῖ νὰ ἀποστρεφόμαστε καθετὶ βυζαντινό, ἀλλὰ πρέπει νὰ σκεφτοῦμε πὼς ὁ μέγας καὶ κορυφαῖος Ἕλληνας ποιητὴς Κωνσταντῖνος Καβάφης μὲ τὸν στίχο γιὰ «τὸν ἔνδοξό μας βυζαντινισμὸ» ἔκανε τὴν ἀποστροφή, δόξα καὶ μεγαλεῖο ἂν ὄχι δοξολογία.
Ἀπόδειξη ἑλληνικότητας
Τὴν ἴδια κατάληξη φαίνεται νὰ ἔχουν ὁ μυκτηρισμὸς καὶ ἡ ἐξουδένωση τοῦ «αἱρετικοῦ» αὐτοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ ἐπικράτησε στοὺς ἀκαδημαϊκοὺς κύκλους μὲ τὴν ἀπόδοση τοῦ προσωνυμίου «βυζαντινός». Αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμὸς διατυπώθηκε ἀπὸ τὸν Ἐδουάρδο Γίββωνα (Edwart Gibbon), τὸν 16ο αἰῶνα. Ὁ Γίββων ἔκανε λόγο σὲ ἑπτὰ αἰῶνες «ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας» ποὺ ἀκολούθησαν τὰ χρόνια τῆς βασιλείας του Ἰουστινιανοῦ, θέλοντας οὐσιαστικὰ νὰ ἀποκόψει κάθε ὀμφάλιο λῶρο τῆς ρωμαίικης ἀνατολῆς μὲ τὴν Εὐρώπη.
Πέρα ἀπὸ τὴν προσπάθεια γιὰ ἐξοστρακισμό, βίαιη καὶ αὐθαίρετη ἀποκοπὴ ἑνὸς ὁλόκληρου κόσμου ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας, ἀποτελεῖ ἔμμεσα καὶ μιὰ πραγματικότητα γιὰ τὸ τί ἦταν ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία καὶ τί πραγματικὰ τοὺς ἐνοχλοῦσε. Δηλαδὴ ὅτι ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία ἐξελίχθηκε τελικὰ σὲ μιὰ ἑλληνικὴ ὀρθόδοξη αὐτοκρατορία.

Ἡ μεγαλύτερη ἐπιβεβαίωση ἔρχεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα Πάτρικ Λὶ Φέρμορ. Γράφει: «Ἑλληνικὴ» ἦταν ἡ δόξα τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας «Ρωμαίικα» τὰ μεγαλεῖα καὶ οἱ θλίψεις τοῦ Βυζαντίου -πάνω ἀπ’ ὅλα οἱ θλίψεις του. Ὁ Ἑλληνισμὸς βρίσκει τὸ σύμβολό του στοὺς κίονες τοῦ Παρθενῶνα· τὸ Βυζάντιο, ἡ αὐτοκρατορικὴ χρυσὴ ἐποχὴ τῆς Χριστιανικῆς Ἑλλάδας, στὸν μεγάλο τροῦλο τῆς Ἁγίας Σοφίας».
Τὸ δρᾶμα τῆς Ἁλώσεως
Ἡ πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τὶς 6 Ἀπριλίου ἕως τὸ πρωὶ τῆς Τρίτης 29 Μαΐου 1453 ἦταν ἀπόδειξη τοῦ ἱεροῦ καθήκοντος τῶν Ἑλλήνων. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Γεώργιος Φραντζῆς στὸ πόνημα γιὰ τὴν Ἅλωση, ὁ στρατηγὸς Θεόφιλος Παλαιολόγος βλέποντας τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο ΙΑ’ Παλαιολόγο νὰ ἀγωνίζεται λυσσαλέα κατὰ τοῦ ἐχθροῦ φώναξε κλαίγοντας: «Κύρη μου πιότερο νὰ πεθάνω παρὰ νὰ ζήσω». Κι ἔπεσε στὸν ἀγῶνα τῆς τιμῆς μαζὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες του ἐπικουρούμενος ἀπὸ τὸν στρατηγὸ Δημήτριο Καντακουζηνὸ καὶ τὸ σῶμα του, τρέποντας τοὺς ἀγαρηνοὺς σὲ πρόσκαιρη φυγή. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ποίημα ποὺ ἔγραψε ὁ Κ.Π. Καβάφης γιὰ τὸν ἄρχοντα Θεόφιλο Παλαιολόγο.
Τοῦτος ὁ θάνατος δὲν εἶναι φυγή. Εἶναι τιμὴ γιὰ τὸν στρατιώτη, γιὰ τὸν ἀγωνιστή.
Καὶ τὸ νῆμα τῆς ζωῆς σπάει ὅπως τὸ μάνταλο στὴν Κερκόπορτα. Κατὰ χιλιάδες οἱ στρατιῶτες του Μωάμεθ ἐφόρμησαν στὴ σχεδὸν ἀνυπεράσπιστη πόλη καὶ τὴν κατέλαβαν μέσα σὲ λίγες ὧρες. Ὁ ἠρωϊκὸς αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος ΙΑ’ Παλαιολόγος ἔπεσε μαχόμενος. Τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔκαμε ὅταν ἀπέκρουσε μὲ ὑπερηφάνεια τὶς προτάσεις συνθηκολόγησης τοῦ Μωάμεθ.
«Αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν»
Εἶπε: «Τὸ δὲ τὴν πόλιν σὸὶ δοῦναι οὔτ’ ἐμὸν ἐστὶν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταὺτῃ• κοὶνῇ γὰρ γνὼμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν». Ὁ αὐτοκράτορας μήνυσε στὸν κατακτητὴ ὅτι γιὰ νὰ παραδώσει τὴν πόλη δὲν ἐπαφίεται οὔτε σ’ αὐτόν, οὔτε σὲ ἄλλον ἀπὸ τοὺς κατοίκους της διότι μὲ κοινὴ ἀπόφαση οἱ πάντες θὰ ἀποθάνουν αὐτοπροαιρέτως καὶ δὲν θὰ ὑπολογίσουμε τὴ ζωή μας. Ἕνας Λεωνίδας τοῦ Μεσαίωνα, ὁ ὁποῖος θυσιάζεται γιὰ τὰ ἰδανικὰ τοῦ Γένους χωρὶς νὰ στέργει γιὰ τὸ μάταιον τῆς ὑπάρξεως.

Ὅπως ὅλοι οἱ κατακτητὲς καὶ οἱ βάρβαροι, ἔτσι καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ κατέσφαξαν τοὺς ὑπερασπιστὲς τῆς Πόλης, ἔκαναν ἐκτεταμένες λεηλασίες καὶ ἐξανδραποδισμούς. Τὸ βράδυ, ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητὴς εἰσῆλθε πανηγυρικὰ στὴν Ἁγία Σοφία καὶ προσευχήθηκε στὸν Ἀλλὰχ «ἀναβὰς ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης», ὅπως ἀναφέρουν οἱ χρονικογράφοι τῆς ἐποχῆς.
«Κωνσταντῖνος γέννησε Μάη τούτην τὴν πόλη. Κωνσταντῖνος πέθανε Μάη γιὰ τὴ δόξα της», εἶχε σχολιάσει εὔστοχα ὁ Νεοκλῆς Σαρρής.
Τὸ ξεχασμένο ποίημα
Ἀντὶ γιὰ ἐπιλόγου θὰ παραθέσουμε τὸ πνευματικὸ μεγαλεῖο τοῦ Καβάφη γιὰ τὸ δρᾶμα καὶ τὴν ἀτίμωση τῆς 29ης Μαΐου 1453. Ὅπως στὸ «Ἄγε ὦ βασιλεῦ Λακεδαιμονίων», ἔτσι καὶ στὸ ποίημα «Πάρθεν» (δηλ. Πάρθηκε) ὁ μεγάλος Ἀλεξανδρινὸς εἰσάγει -μέσα σὲ μιὰ ἤρεμη σχετικὰ ἐξιστόρηση- ἕνα ἄλλο στοιχεῖο, ἐποχικό, ἀπὸ μιὰ ἀπόμακρη, ἀπωελληνική, τραπεζούντια σκοπιά.
Καὶ τότε ἡ ἀφήγηση στὴν ντοπιολαλιὰ κάνει ἀπολύτως οἰκεῖο τὸν ἱστορικὸ χωροχρόνο, ἡ δραματικότητα τῆς ὅλης σύνθεσης ἐκτινάσσεται, τὸ «Πάρθεν» ἀπογειώνεται ὡς μονολεκτικὴ τραγωδία…
Εἶναι ἀπορίας ἄξιο γιὰ ποιό λόγο ὁ Καβάφης δὲν κοινοποίησε αὐτὸ τὸ ἀριστουργηματικὸ ποίημά του, ἀλλὰ προτίμησε νὰ τὸ κρατήσει στὴν ἄκρη, μᾶλλον γιὰ παραπέρα «παιδεμό»:
Αὐτὲς τὲς μέρες διάβαζα δημοτικὰ τραγούδια,
γιὰ τ’ ἆθλα τῶν κλεφτῶν καὶ τοὺς πολέμους,
πράγματα συμπαθητικὰ· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα καὶ τὰ πένθιμα γιὰ τὸν χαμὸ τῆς Πόλης
«Πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν την Σαλονίκη».
Καὶ τὴν Φωνὴ ποὺ ἐκεῖ ποὺ οἱ δυὸ ἐψέλναν,
«ζερβὰ ὁ βασιλιᾶς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»,
ἀκούσθηκε κ’ εἶπε νὰ πάψουν πιά
«πάψτε παπᾶδες τὰ χαρτιὰ καὶ κλεῖστε τα βαγγέλια»
πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν την Σαλονίκη.
Ὅμως ἀπ’ τ’ ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ἆσμα
τὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλῶσσα
καὶ μὲ τὴν λύπη τῶν Γραικῶν τῶν μακρινῶν ἐκείνων
ποὺ ἴσως ὅλο πίστευαν ποὺ θὰ σωθοῦμε ἀκόμη.
Μὰ ἀλίμονον μοιραῖον πουλὶ «ἀπαί την Πόλην ἔρται»
μὲ στὸ «φτεροὺλν’ ἀθε χαρτὶν περιγραμμένον
κι οὐδὲ στὴν ἄμπελον κονεὺ’ μηδὲ στὸ περιβόλι
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν στοῦ κυπαρὶσ’ τὴν ρίζαν».
Οἱ ἀρχιερεῖς δὲν δύνανται (ἢ δὲν θέλουν) νὰ διαβάσουν
«Χέρας υἱὸς Γιανίκας ἕν» αὐτὸς τὸ παίρνει τὸ χαρτί,
καὶ τὸ διαβάζει κι ὁλοφύρεται.
«Σὶτ’ ἀναγνὼθ’ σὶτ’ ἀνακλαὶγ’ σὶτ’ ἀνακρούγ’ την κάρδιαν.
Ν’ ἀοιλλὴ ἐμᾶς, νὰ βάϊ ἐμᾶς, ἡ Ρωμανία πάρθεν.»
Ἡ Πόλη ἔπεσε στὶς 29 Μαΐου 1453. Ἡ τελευταία ἀναλαμπὴ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ μεγαλείου τῶν Ἑλλήνων ἔσβησε ὅμως μὲ τὴν ἅλωση τῆς Τραπεζοῦντας, στὶς 15 Αὐγούστου 1461. Ἦταν τὸ τελευταῖο προπύργιο τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καὶ τῶν Ἑλλήνων.

Ὅλοι περίμεναν σωστηρία ἀπὸ τὸ βασίλειο τῶν Κομνηνῶν, ὅπως τὸ βασίλειο τῆς Νικαίας τῶν Λασκαρέων ἔσωσε καὶ ξανακατέκτησε τὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1261 ὑπὸ τὸν Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγο. Κι ὅμως ἐπικράτησε ἡ «τουρκιά». Πολλοὶ θεώρησαν ὅτι ἡ παράδοση τῆς πόλεως ἀπὸ τὸν Δαυΐδ Μέγα Κομνηνό, ἀνήμερα τῆς Παναγίας ἦταν ὁ ἐπιθανάτιος ρόγχος τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Λάθος! Ἦταν ἀρχὴ δοκιμασίας καὶ ἀγῶνα γιὰ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸν ζυγὸ καὶ τὴν ἔναρξη τῆς Ἐπαναστάσης γιὰ τὴν Ἀνεξαρτησία πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα, χωρὶς νὰ χαθεῖ ἡ εἰκόνα, ἡ ταυτότητα καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς Ρωμιοσύνης.
Ἴδιες προκλήσεις, ἴδιοι φόβοι καὶ ἴδια ἀνάγκη νὰ βρεθοῦν Μακεδόνες, Κομνηνοὶ καὶ Παλαιολόγοι ποὺ θὰ ἐμπνεύσουν καὶ θὰ νοιαστοῦν πρῶτα τὸ λαὸ καὶ τὸ ἔθνος κι ὕστερα ὅλα τ’ ἄλλα.
- * Τοῦτο τὸ κείμενο δημοσιεύθηκε στὴν ἱστοσελίδα “Newsbomb” τὸ 2012.




