ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ – Παρακολουθώντας τους καπνούς από την πολύπαθη Πεντέλη, ο Πάρης Ελευθεριάδης κατέγραψε σε στίχους τον πόνο της καταστροφής, τη μνήμη των προηγούμενων πυρκαγιών και την ελπίδα να σβήσει η τελευταία φλόγα και να αναγεννηθεί η φύση
Υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις γεννιούνται από τη σιωπή και τον πόνο. Αυτό το ποίημα του Πάρη Ελευθεριάδη γράφτηκε καθώς ο ποιητής παρακολουθούσε, με βαριά καρδιά, τους καπνούς να υψώνονται από την πολύπαθη Δυτική Αττική…
Οι εικόνες της καταστροφής ξύπνησαν μνήμες από παλαιότερες πυρκαγιές, πληγές που παραμένουν ανοικτές, τόσο στη φύση, όσο και στην ανθρώπινη ψυχή.
Με ευαισθησία και βαθύ συμβολισμό, ο δημιουργός αποτυπώνει τον θρήνο της γης, την οδύνη κάθε ζωντανού οργανισμού και την οργή μιας φύσης που πληρώνει ξανά το τίμημα της ανθρώπινης ανοησίας, της αμέλειας και της οκνηρίας.
Παρά τη σκοτεινή εικόνα που περιγράφει, το ποίημα αφήνει μια χαραμάδα αισιοδοξίας: την ευχή να σβήσει και η τελευταία φλόγα. Να δοθεί ξανά χώρος στη ζωή και να καταφέρει η φύση, με τον δικό της αργό αλλά θαυμαστό τρόπο. Να επουλώσει τις πληγές της.
Διότι όσο υπάρχουν άνθρωποι που θλίβονται, θυμούνται και ελπίζουν, υπάρχει και η προσδοκία ότι οι καμμένες πλαγιές θα πρασινίσουν ξανά και πως τέτοιες τραγωδίες δεν θα επαναληφθούν.
Διαβάστε το ποίημα:
ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΦΩΤΙΑ
Ήταν απομεσήμερο,
Όταν εκεί, απέναντι
Στις έρμες τις βουνοκορφές
Τα ανεμοπτέρυγα θανάτου
Που οι άπληστοι αντί για δέντρα, είχαν φυτέψει
Σπινθηροβόλησαν…
Κι΄ οι σπίθες έπεσαν στο άπραγο χορτάρι το ξερό
Κι’ αυτό ζωντάνεψε μεμιάς και μεταλλάχθηκε
σε πύρινη ρομφαία, ανήλεη και εκδικητική.
Έβλεπα έντρομος
Την αδηφάγα την φωτιά, να κατεβαίνει
Πλησίστια από τις ράχες του βουνών
Πάνω σε αρχαία χνάρια
Ντυμένη με μυθικά ονόματα, αγριεμένη.
Ένα απόκοσμο βουητό άπλωνε την σκιά του
Ήταν η κραυγή της φωτιάς που δυνάμωνε
Κι οι πύρινοι καταιονισμοί
που ξεσπούσαν πάνω στα φτερά της
Κι η ανυπόφορη μυρωδιά του καμένου
Νέφος κατάμαυρο κι΄ανταριασμένο.
Μέρες μετά τον σπαραγμό της φύσης
Μονάχα μάγισσες γριές
Μπορούν να αφουγκραστούν τον βουερό θρήνο των μελισσών
Να ξεχωρίζουν τις φωνές των πεθαμένων δέντρων
Τα κουδούνια των αμνών και τα φιδοσυρσίματα
Ανάκατα με ρόγχους, βόγγους ανθρώπων
Ουρλιαχτά, βελάσματα και μουγκρητά… των απροστάτευτων.
Μέρες μετά, ακούς ακόμα
Την πεισιθανάτια συναυλία των ήχων της φωτιάς
Να απλώνεται πάνω από ερημωμένες ρεματιές
Από τα ρημαγμένα σπίτια των ανθρώπων
Μια μουσική μοιρολογήτρα
Που μόνο λησμονιά δεν φέρνει.
Εδώ, όταν νυχτώνει
Στις καταπράσινες άλλοτε πλαγιές
Το σκοτάδι τυλίγει στοργικά τα καμένα χεράκια των δέντρων
Απλώνει την μαύρη κουρτίνα του
Και σκεπάζει ευλαβικά το φεγγάρι.
Εδώ, στις ιερές πλαγιές του Κιθαιρώνα
Όπου μονάχα οι σπηλιές των Θεών δεν κάηκαν
Στερέψανε τα δάκρυα…….
Κλαίνε μονάχα, όσοι ακόμη ελπίζουν!!!
Πάρης Ελευθεριάδης




