ΑΜΥΝΑ & ΑΣΦΑΛΕΙΑ – Από τα drones και τα πυραυλικά συστήματα της Ουκρανίας στη νέα αρχιτεκτονική αποτροπής και τις προκλήσεις για την Ελλάδα
Γράφει ο αντιστράτηγος ε.α Κωνσταντίνος Τσιρίδης Επίτιμος Διευθυντής Διαβιβάσεων ΓΕΣ, Msc in Electrical Engineering, Msc in Systems Engineering, NΑΤΟ Defence College.
Τι αλλάζει πραγματικά στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου;
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε ένα πρωτοφανές εργαστήριο στρατιωτικής τεχνολογίας και επιχειρησιακής προσαρμογής. Η σημαντικότερη αλλαγή, όμως, δεν είναι απλώς η μαζική εμφάνιση drones ή νέων πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.
Είναι η δημιουργία ενός διαφορετικού μοντέλου άσκησης ισχύος, στο οποίο μέσα διαφορετικού κόστους, εμβέλειας, ταχύτητας και καταστρεπτικής ικανότητας χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οικογένεια FP της ουκρανικής Fire Point.
Το FP-1 αντιπροσωπεύει την κατηγορία των UAV κρούσης μεγάλης εμβέλειας, ενώ το FP-2 θυσιάζει μέρος της εμβέλειας προκειμένου να μεταφέρει σημαντικά μεγαλύτερο ωφέλιμο φορτίο. Στην ανώτερη κατηγορία βρίσκεται το FP-5 Flamingo, ένας πύραυλος cruise με δηλωμένη εμβέλεια έως 3.000 χλμ. και πολύ μεγαλύτερη καταστρεπτική ισχύ.
Η σημασία τους δεν βρίσκεται μόνο στα τεχνικά χαρακτηριστικά κάθε συστήματος, αλλά στο γεγονός ότι μπορούν να αποτελέσουν διαφορετικά επίπεδα μιας κοινής αρχιτεκτονικής κρούσεων σε βάθος (deep-strike architecture). Αντί να αναζητείται ένα πανάκριβο όπλο κατάλληλο για κάθε αποστολή, δημιουργείται ένα σύνολο μέσων από το οποίο επιλέγεται κάθε φορά εκείνο που ανταποκρίνεται καλύτερα στον στόχο, στην απόσταση, στην επιθυμητή επίδραση και στο αποδεκτό κόστος.

Πώς οι κρούσεις μεγάλης εμβέλειας αλλάζουν την έννοια του στρατηγικού βάθους;
Η επιχειρησιακή σημασία αυτής της εξέλιξης έγινε ιδιαίτερα εμφανής το 2026, όταν ουκρανικά UAV πραγματοποίησαν επιθέσεις σε στόχους που βρίσκονταν χιλιάδες χιλιόμετρα από την Ουκρανία. Η προσβολή του διυλιστηρίου του Όμσκ, περίπου 2.700 χλμ. από ουκρανικά ελεγχόμενο έδαφος, έδειξε ότι η γεωγραφική απόσταση δεν προσφέρει πλέον την ασφάλεια που παρείχε στο παρελθόν.
Παράλληλα, επαναλαμβανόμενες επιθέσεις εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων, βιομηχανικών υποδομών, αεροδρομίων, αποθηκών και λιμενικών εγκαταστάσεων υποχρεώνουν τη Ρωσία να αντιμετωπίζει την αεράμυνα όχι μόνο ως πρόβλημα του μετώπου αλλά ως πρόβλημα ολόκληρης της επικράτειας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επιχειρησιακά. Όσο αυξάνεται η εμβέλεια των σχετικά οικονομικών UAV, τόσο περισσότερες εγκαταστάσεις χρειάζονται προστασία και τόσο περισσότεροι αισθητήρες, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και αντιαεροπορικά μέσα πρέπει να αποδεσμεύονται από άλλες αποστολές.
Η κρούση σε βάθος αποκτά έτσι αξία ακόμη και όταν δεν επιτυγχάνει πλήρη καταστροφή του στόχου: αναγκάζει τον αντίπαλο να διασπείρει πολύτιμους πόρους σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή.

Γιατί το «οικοσύστημα κρούσης» είναι σημαντικότερο από το μεμονωμένο όπλο;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα της ουκρανικής εμπειρίας.
Η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα δεν πρέπει πλέον να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση το ποιο UAV έχει τη μεγαλύτερη εμβέλεια ή ποιος πύραυλος μεταφέρει τη μεγαλύτερη πολεμική κεφαλή. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ο συνδυασμός διαφορετικών μέσων σε ένα high-low mix.
Πολυάριθμα και σχετικά φθηνά UAV μπορούν να χρησιμοποιούνται για αποστολές όπου δεν δικαιολογείται η κατανάλωση ενός ακριβού πυραύλου, ενώ βαρύτερα drones και cruise missiles μπορούν να κατευθύνονται εναντίον στόχων μεγαλύτερης αξίας ή αυξημένης προστασίας.
Έτσι δημιουργείται ένα δύσκολο πρόβλημα για την αντίπαλη αεράμυνα: πρέπει να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα απειλές διαφορετικής ταχύτητας, ύψους πτήσης, ίχνους και καταστρεπτικής ισχύος, χωρίς να γνωρίζει πάντοτε ποια αποτελεί την κύρια απειλή.
Παράλληλα δημιουργείται ένα σοβαρό πρόβλημα οικονομίας αναχαίτισης. Η χρήση ενός ακριβού αντιαεροπορικού πυραύλου εναντίον ενός πολύ φθηνότερου UAV μπορεί να είναι τακτικά αναγκαία, αλλά δύσκολα αποτελεί βιώσιμη στρατηγική σε μια μακρά σύγκρουση. Για τον λόγο αυτό, η σύγχρονη άμυνα απαιτεί επίσης high-low mix: έγκαιρη προειδοποίηση, Κυβερνο-ηλεκτρονικό πόλεμο, , πυροβόλα, οικονομικότερα μέσα αναχαίτισης, counter-UAS συστήματα και πυραύλους μόνο εκεί όπου πραγματικά απαιτούνται.

Τι σημαίνουν αυτά για την Ελλάδα και πώς πρέπει να κινηθεί;
Η γεωστρατηγική σημασία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου παράγει ανταγωνισμό και, συνακόλουθα, διαρκή απαίτηση για αξιόπιστη αποτροπή. Στο σύγχρονο περιβάλλον, όμως, η στρατιωτική ισχύς δεν απορρέει μόνο από την ποιότητα των οπλικών συστημάτων, αλλά από τη δυνατότητα σύνδεσης τεχνολογίας, δεδομένων, λογισμικού, δικτύων και βιομηχανικής παραγωγής. Η τεχνολογική και αλγοριθμική ισχύς μετατρέπεται έτσι σε στρατιωτική ισχύ και, τελικά, σε συντελεστή γεωπολιτικής ισχύος.
Υπό αυτό το πρίσμα, το κύριο δίδαγμα των ουκρανικών deep strikes για την Ελλάδα δεν είναι απλώς η ανάγκη απόκτησης περισσότερων drones, αλλά η συγκρότηση μιας ολοκληρωμένης Αρχιτεκτονικής Δυνάμεων (Force Architecture). Rafale, F-16 Viper, μελλοντικά F-35A, φρεγάτες FDI, UAV, αισθητήρες, ηλεκτρονικός πόλεμος, C2 και δυνατότητες κρούσης μεγάλου βεληνεκούς πρέπει να λειτουργούν ως διασυνδεδεμένοι κόμβοι ενός ενιαίου συστήματος.
Στην ίδια αρχιτεκτονική, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» καλείται να αποτελέσει τον πυρήνα της πολυεπίπεδης άμυνας, ενισχύοντας την προστασία της επικράτειας και των κρίσιμων υποδομών και επιτρέποντας τα F-35, Rafale, φρεγάτες FDI και τα υπόλοιπα μέσα υψηλής αξίας να επικεντρώνονται σε αποστολές αποτροπής, ελέγχου του επιχειρησιακού χώρου και προβολής ισχύος.
Σε αυτή το πλαίσιο, η δυνατότητα άμυνας αλλά και κρούσης σε βάθος δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά δύο συμπληρωματικές διαστάσεις της ίδιας αρχιτεκτονικής αποτροπής και οργανικό μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής αποτροπής.
Το βαθύτερο δίδαγμα, ωστόσο, είναι η ανάγκη ταυτόχρονης επιδίωξης Τεχνολογικής Υπεροχής και Υπεροχής Προσαρμογής. Η Ελλάδα χρειάζεται όχι μόνο προηγμένα συστήματα, αλλά και την ικανότητα να σχεδιάζει, να παράγει μαζικά και οικονομικά UAV και άλλα αναλώσιμα αυτόνομα συστήματα, να τα τροποποιεί γρήγορα και να μετατρέπει τα επιχειρησιακά διδάγματα σε νέες δυνατότητες.
Τέλος, η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει την παραγωγική ικανότητα ως μέρος της στρατιωτικής ισχύος. Η εμπειρία της Ουκρανίας δείχνει ότι σε μια παρατεταμένη σύγκρουση δεν αρκεί να διαθέτεις τεχνολογικά προηγμένα συστήματα· πρέπει να μπορείς να τα παράγεις, να τα αναπληρώνεις, να τα αναβαθμίζεις και να τα προσαρμόζεις σε κλίμακα.
Αυτό σημαίνει επένδυση σε εγχώρια παραγωγή UAS και counter-UAS, αυτόνομα συστήματα, λογισμικό, ηλεκτρονικό πόλεμο και κρίσιμα υποσυστήματα, αλλά κυρίως δημιουργία μιας βιομηχανικής βάσης ικανής να ανταποκρίνεται γρήγορα στις επιχειρησιακές ανάγκες.
Η αποτροπή του μέλλοντος απαιτεί, συνεπώς, ένα ενιαίο επιχειρησιακό, τεχνολογικό και βιομηχανικό οικοσύστημα, στο οποίο η ποιότητα των προηγμένων πλατφορμών θα συνδυάζεται με τη μάζα, την παραγωγική κλίμακα, την καινοτομία και την ταχύτητα προσαρμογής.
Για την Ελλάδα, επομένως, η πρόκληση είναι να μετατρέψει τη γεωγραφική της σημασία και την τεχνολογική αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων σε μια διατηρήσιμη αρχιτεκτονική αποτροπής, όπου τεχνολογία, επιχειρήσεις και βιομηχανία λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα.


Γράφει ο αντιστράτηγος ε.α


