ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΚΡΙΣΗ – Οι υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, η εξάρτηση από το φυσικό αέριο και η αυξημένη εξαγωγική δραστηριότητα θέτουν ξανά το ερώτημα της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας
Του Ειδικού Συνεργάτη
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η ενεργειακή πολιτική πρέπει να εξετάζεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα της αγοράς και όχι μόνο με βάση τους στόχους που είχαν τεθεί σε διαφορετικές συνθήκες.
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε μια τέτοια συγκυρία. Οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχουν βρεθεί ξανά σε υψηλά επίπεδα, ενώ το φυσικό αέριο εξακολουθεί να επηρεάζει αποφασιστικά το κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Την ίδια ώρα, η χώρα έχει εξελιχθεί σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας προς τις γειτονικές αγορές.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι συγκεκριμένο: θα μπορούσε να εξεταστεί εκ νέου η προσωρινή αξιοποίηση διαθέσιμων λιγνιτικών μονάδων, εφόσον αυτό κριθεί τεχνικά και οικονομικά εφικτό, ώστε να περιοριστεί η έκθεση της εγχώριας αγοράς στις διακυμάνσεις του φυσικού αερίου;
Δεν πρόκειται για επιστροφή στο ενεργειακό μοντέλο του παρελθόντος. Πρόκειται για το ερώτημα εάν, σε συνθήκες ενεργειακής πίεσης, η χώρα πρέπει να διαθέτει περισσότερες εναλλακτικές παραγωγής.

Το κόστος του φυσικού αερίου
Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή. Η τιμή του επηρεάζει άμεσα το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας σε πολλές ώρες της αγοράς.
Παράλληλα, οι ΑΠΕ έχουν αυξήσει θεαματικά τη συμμετοχή τους στο ενεργειακό μείγμα. Τον Ιούλιο του 2026, η παραγωγή ΑΠΕ έφθασε σε επίπεδο-ρεκόρ, ξεπερνώντας τις 3 TWh. Ωστόσο, την ίδια περίοδο καταγράφηκαν και περικοπές παραγωγής ΑΠΕ, καθώς το δίκτυο και η αποθήκευση δεν μπορούν πάντοτε να απορροφήσουν όλη την διαθέσιμη παραγωγή.
Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο δίλημμα «λιγνίτης ή φωτοβολταϊκά». Το πραγματικό ζήτημα είναι το συνολικό μείγμα:
- ΑΠΕ,
- αποθήκευση,
- διασυνδέσεις,
- φυσικό αέριο,
- υδροηλεκτρικά και οι
- διαθέσιμες θερμικές μονάδες.
Και οι εξαγωγές;
Το 2026 η Ελλάδα έχει αυξήσει σημαντικά τις καθαρές εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας. Στο πρώτο εξάμηνο, οι ροές προς γειτονικές αγορές ενισχύθηκαν σημαντικά, με τη Βουλγαρία να αποτελεί μία από τις βασικές αγορές προορισμού.
Εδώ προκύπτει ένα ερώτημα οικονομικής πολιτικής: ποιο ενεργειακό μείγμα εξυπηρετεί καλύτερα τον Έλληνα καταναλωτή όταν η χώρα παράγει για εξαγωγή, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει υψηλές τιμές στη δική της αγορά;
Το ερώτημα δεν απαντάται αυτομάτως με την επαναλειτουργία λιγνιτικών μονάδων. Πρέπει να συνυπολογιστούν το κόστος δικαιωμάτων CO₂, το κόστος επανεκκίνησης, η τεχνική διαθεσιμότητα των μονάδων, οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί και η τελική επίδραση στη χονδρεμπορική τιμή.

Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει τη στρατηγική της
Η κυβέρνηση έχει επιλέξει την απολιγνιτοποίηση και η ΔΕΗ έχει ανακοινώσει ότι το 2026 είναι το τελευταίο έτος λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγής στο υφιστάμενο σχέδιό της.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει υποστηρίξει δημοσίως ότι ο λιγνίτης δεν είναι πλέον ανταγωνιστικός λόγω του κόστους των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και ότι η απολιγνιτοποίηση αποτελεί αναπόφευκτη διαδικασία.
Η σημερινή συγκυρία, ωστόσο, επιτρέπει να τεθεί ένα διαφορετικό ερώτημα: υπάρχει περιθώριο προσωρινής επανεξέτασης της στρατηγικής, εάν τα στοιχεία δείξουν ότι η διατήρηση εφεδρικής λιγνιτικής ισχύος μπορεί να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια και να περιορίσει το κόστος;
Αυτό δεν σημαίνει εγκατάλειψη της πράσινης μετάβασης. Σημαίνει ότι η μετάβαση πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή αποθήκευση, δίκτυα και ευελιξία, ώστε η χώρα να μην εξαρτάται υπερβολικά από ένα καύσιμο όταν οι διεθνείς τιμές του αυξάνονται.

Ποιο είναι το ζητούμενο
Το ζητούμενο, τελικά, είναι να απαντηθεί με αριθμούς ένα απλό ερώτημα: ποιο ενεργειακό μείγμα προσφέρει τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια εφοδιασμού και το μικρότερο δυνατό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί ούτε με ιδεολογικές βεβαιότητες ούτε με αποκλεισμό εκ των προτέρων οποιασδήποτε τεχνολογίας. Χρειάζεται ανοικτή αξιολόγηση όλων των διαθέσιμων επιλογών και δημόσια τεκμηρίωση του κόστους και του οφέλους καθεμιάς.
Και αυτή είναι μια συζήτηση που η κυβέρνηση θα χρειαστεί να ανοίξει με σαφήνεια, καθώς η ενεργειακή ασφάλεια και το κόστος του ηλεκτρισμού παραμένουν άμεσα ζητήματα για την ελληνική οικονομία και τα νοικοκυριά.





