ΤΟ ΚΕΝΤΡΙ – 45 χρόνια μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ, οι πολιτικοί κληρονόμοι διεκδικούν την αίγλη του Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ η κοινωνία εξακολουθεί να ζητεί απαντήσεις
Του Λουκιανού Κάλλιμπαν
Σαράντα πέντε χρόνια μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981, ο Ανδρέας Παπανδρέου έχει γίνει το πιο βολικό θαύμα της ελληνικής πολιτικής: Όλοι επικαλούνται την κληρονομιά του, όλοι διεκδικούν ψιχία την αίγλη του, ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αναπαράγει την πολιτική δυναμική του.
Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη μιλά για το 2035, την τεχνητή νοημοσύνη και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Ταυτόχρονα, νοικοκυριά και αγρότες αγωνιούν για τον επόμενο λογαριασμό και την επόμενη πληρωμή.
Στον αντίποδα, η αντιπολίτευση αναζητεί τον βηματισμό μέσα από παράλληλες φιλοδοξίες, δημοσκοπικές αναμετρήσεις και διαγκωνισμούς για την πρωτοκαθεδρία.
Ειδικότερα, ο κ. Νίκος Ανδρουλάκης διακηρύσσει τη «Νέα Αλλαγή». Ο κ. Αλέξης Τσίπρας και η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.) διεκδικούν χώρο και ρόλο. Και κάπου ανάμεσα σε εξαγγελίες και προσωπικές στρατηγικές, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Ποιος έχει συγκεκριμένο σχέδιο διακυβέρνησης και την πολιτική δύναμη να το εφαρμόσει;
Η φράση του Ανδρέα
Έτσι, επιστρατεύεται η περίφημη φράση που αποδίδεται στον Ανδρέα: «Και τι θέλετε ρε μαλάκες, να αναστηθώ;». Δεν έχει ιστορικά τεκμηριωθεί ότι ειπώθηκε. Ως πολιτική σάτιρα, όμως, αποδεικνύεται διαχρονική.
Διότι, όταν οι μεν βαφτίζουν τη διαχείριση «όραμα» και οι δε την ανακύκλωση προσώπων «ανανέωση», η επίκληση του ιδρυτή δεν αρκεί.
Ούτε η νοσταλγία κυβερνά, ούτε οι δημοσκοπήσεις υποκαθιστούν την πολιτική πρόταση.
Ας το ξεκαθαρίσουμε: ο Ανδρέας συγχωρέθηκε. Δεν πρόκειται να αναστηθεί.
Πέρα απ’ αυτό, το ερώτημα είναι αν οι σημερινοί πολιτικοί μπορούν να ξυπνήσουν από τις αυταπάτες τους.
Τέλος, η χώρα δεν χρειάζεται επικλήσεις στο παρελθόν, όσο κι αν βολεύει.
Συγκεκριμένα, χρειάζεται πολιτικούς που να μπορούν να συνεννοηθούν, να αποφασίσουν και να λογοδοτήσουν.






