
Άρθρο κατόπιν ερώτησης φορολογούμενου πολίτη σχετικά με τις αλλαγές που φέρνει το νέο Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης και τις επιπτώσεις του στους ιδιοκτήτες ακινήτων.
Το τελευταίο διάστημα χιλιάδες πολίτες εκφράζουν εύλογες απορίες για το νέο Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης (Τ.Τ.Α.), το οποίο προβλέπεται να τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027 στο πλαίσιο του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Πρόκειται για μια σημαντική μεταρρύθμιση που επηρεάζει άμεσα εκατομμύρια ιδιοκτήτες ακινήτων και αναδιαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνται οι δήμοι της χώρας.
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης αντικαθιστά δύο υφιστάμενες επιβαρύνσεις: α) το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) και β) τον Φόρο Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων (ΦΗΧ).
Η φιλοσοφία του μέτρου είναι η ενοποίηση των δύο αυτών χρεώσεων σε ένα ενιαίο τέλος, με στόχο την απλούστευση της διαδικασίας και την καλύτερη κατανομή των δημοτικών εσόδων.
Το Υπουργείο Εσωτερικών και η ΚΕΔΕ υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται για έναν νέο φόρο ούτε για έναν «δημοτικό ΕΝΦΙΑ», αλλά για αντικατάσταση ήδη υπαρχόντων επιβαρύνσεων. Παράλληλα, τονίζεται ότι η μεγάλη πλειονότητα των ιδιοκτητών αναμένεται να δει μειώσεις ή περιορισμένες μεταβολές στις χρεώσεις της.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα που παρουσιάστηκε αφορά διαμέρισμα 120 τετραγωνικών μέτρων, ηλικίας 30 ετών, στα Άνω Πατήσια. Η συνολική ετήσια επιβάρυνση από περίπου 71 ευρώ περιορίζεται στα 45 ευρώ. Αντίστοιχα, διαμέρισμα 100 τετραγωνικών μέτρων στη Θεσσαλονίκη εμφανίζει μείωση από 82 ευρώ σε περίπου 56 ευρώ ετησίως.
Πιθανότητα αυξήσεων
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ίδια για όλους. Σε περιοχές με υψηλές αντικειμενικές αξίες ή σε ακίνητα που βρίσκονται σε ταχέως αναπτυσσόμενες ζώνες, οι επιβαρύνσεις ενδέχεται να αυξηθούν. Αυτό συμβαίνει επειδή το νέο μοντέλο υπολογισμού συνδέεται περισσότερο με την πραγματική αξία του ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή ζώνης, τα τετραγωνικά μέτρα και άλλα χαρακτηριστικά του ακινήτου.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι μόνο πόσα θα πληρώσει ο πολίτης. Είναι κυρίως τι θα λάβει ως ανταπόδοση. Οι δήμοι διαχειρίζονται ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα: καθαριότητα, οδικό δίκτυο, φωτισμό, παιδικές χαρές, χώρους πρασίνου, κοινωνικές δομές και υποδομές. Όταν ζητείται από τον πολίτη να συνεισφέρει οικονομικά, είναι εύλογο να απαιτεί διαφάνεια, λογοδοσία και μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί τον θεσμό που βρίσκεται πιο κοντά στον δημότη. Για τον λόγο αυτό, η επιτυχία ή η αποτυχία του νέου τέλους θα κριθεί στην πράξη. Αν οι πολίτες δουν καλύτερες υπηρεσίες, περισσότερα έργα και βελτίωση της ποιότητας ζωής στις γειτονιές τους, τότε το μέτρο θα δικαιωθεί. Αν όμως οι επιβαρύνσεις αυξηθούν χωρίς αντίστοιχο όφελος, η κοινωνική δυσαρέσκεια θα είναι αναπόφευκτη.
Ο φορολογούμενος πολίτης δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Ζητά το αυτονόητο: τα χρήματα που καταβάλλει να επιστρέφουν στην κοινωνία με τη μορφή καλύτερων υπηρεσιών και ουσιαστικών έργων. Σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά, κάθε οικονομική επιβάρυνση αξιολογείται αυστηρά από την κοινωνία.




