ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΚΟΣΤΟΣ – Τα σταθερά μπλε τιμολόγια κερδίζουν έδαφος, καθώς η ΔΕΗ μειώνει τη χρέωση στα 11,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα
Νέα δεδομένα στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας φέρνει ο Σεπτέμβριος, καθώς τα σταθερά μπλε τιμολόγια εμφανίζονται πλέον φθηνότερα από αρκετά πράσινα κυμαινόμενα. Η ΔΕΗ μειώνει το σταθερό της πρόγραμμα στα 11,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα, δίνοντας στους καταναλωτές τη δυνατότητα να «κλειδώσουν» χαμηλή χρέωση για 12 μήνες.
Η νέα τιμή της ΔΕΗ για το μπλε σταθερό τιμολόγιο διαμορφώνεται στα 0,115 ευρώ/kWh.
Την ίδια ώρα, το πράσινο οικιακό τιμολόγιο της ΔΕΗ για τον Σεπτέμβριο βρίσκεται στα 14,913 λεπτά/kWh, σημειώνοντας αύξηση 7,7% σε σχέση με τον Αύγουστο.
Στην αγορά, τα πράσινα τιμολόγια παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις. Οι χρεώσεις κινούνται περίπου από 14,8 έως 29,7 λεπτά/kWh, ανάλογα με τον πάροχο και την κατανάλωση.
Έτσι, η επιλογή σταθερού τιμολογίου αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον για νοικοκυριά που θέλουν προβλεψιμότητα στον λογαριασμό ρεύματος.
Τι πρέπει να προσέξουν οι καταναλωτές
Η χαμηλή τιμή ανά κιλοβατώρα δεν είναι το μοναδικό κριτήριο για την επιλογή προγράμματος.
Οι καταναλωτές πρέπει να εξετάζουν το πάγιο, τη διάρκεια του συμβολαίου και τυχόν προϋποθέσεις για την παροχή της χαμηλής χρέωσης.
Σημαντικό είναι επίσης να ελέγχουν αν υπάρχει ρήτρα πρόωρης αποχώρησης, σε περίπτωση που θελήσουν να αλλάξουν πάροχο πριν από τη λήξη της σύμβασης.
Γιατί ακριβαίνει το πράσινο ρεύμα
Η άνοδος των κυμαινόμενων τιμολογίων συνδέεται με την πορεία της χονδρεμπορικής αγοράς.
Τον Αύγουστο η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε περίπου 21% σε σχέση με τον Ιούλιο, ασκώντας πιέσεις στους παρόχους.
Ωστόσο, η αύξηση δεν πέρασε στο σύνολό της στους καταναλωτές, καθώς αρκετές εταιρείες απορρόφησαν μέρος του επιπλέον κόστους.
Το δίλημμα για τα νοικοκυριά
Με τις τιμές να παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις, τα μπλε σταθερά τιμολόγια προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια απέναντι σε νέες αυξήσεις.
Αντίθετα, τα πράσινα κυμαινόμενα προγράμματα αφήνουν τον καταναλωτή περισσότερο εκτεθειμένο στις μεταβολές της αγοράς.
Το ζητούμενο πλέον είναι η σύγκριση του συνολικού κόστους και όχι μόνο της τιμής της κιλοβατώρας.




