ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ – Το αποτύπωμα ενός καλλιτέχνη που δεν φοβήθηκε ποτέ να είναι διαφορετικός
Άρθρο: Κυριακή Τσιρίδου, Σεναριογράφος, Γραφολόγος, Καθηγήτρια – Μεταφράστρια
Ο Γιώργος Μαζωνάκης αφήνει πίσω του μια ξεχωριστή διαδρομή γεμάτη τραγούδια, ανατροπές και στιγμές που σημάδεψαν γενιές.
Ένας καλλιτέχνης που δεν φοβήθηκε ποτέ να είναι διαφορετικός και κατάφερε, μέσα από τη φωνή και την προσωπικότητά του, να αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι.
Μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου, μιλούσαμε για τις επόμενες εμφανίσεις του. Σήμερα μιλάμε για το αποτύπωμά του και τον αποχαιρετούμε.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, σε ηλικία 54 ετών. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, υπέστη ανακοπή και εξέπνευσε στο νοσοκομείο «Ελπίς». Μια είδηση από εκείνες που ακούγονται παράταιρες, σχεδόν αδύνατες, όταν αφορούν έναν άνθρωπο που έμοιαζε να κουβαλά διαρκώς πάνω του ένταση, κίνηση, πρόκληση, ζωή.
Η ειδοποιός διαφορά
Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο πράγμα που μένει από τον Μαζωνάκη: δεν υπήρξε ποτέ αδιάφορος.
Δεν ήταν ένας ακόμη επιτυχημένος λαϊκός τραγουδιστής. Δεν ήταν απλώς μια χαρακτηριστική φωνή, μια σειρά από μεγάλες επιτυχίες ή ένα όνομα που γέμιζε νυχτερινά κέντρα. Ήταν μια προσωπικότητα που, για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, αρνήθηκε να γίνει προβλέψιμη.
Από τη Νίκαια σε ολόκληρη την Ελλάδα
Η δισκογραφική του πορεία ξεκίνησε το 1993 με τα «Μεσάνυχτα και κάτι». Έναν χρόνο αργότερα, το «Με τα μάτια να το λες» τον έφερε οριστικά στο προσκήνιο. Από εκεί και πέρα ήρθαν τραγούδια που πέρασαν από τα ραδιόφωνα στις πίστες, από τις κασέτες και τα CD μιας άλλης εποχής στις σημερινές playlists.
Τίτλοι που, για πολλούς, δεν είναι απλώς τραγούδια. Είναι εποχές. Πρόσωπα. Έρωτες. Χωρισμοί. Νύχτες που ξημέρωσαν χωρίς να το καταλάβουν.
Έκανε πράγματι «τα ίσια ανάποδα»
Ο Μαζωνάκης κατάφερε κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο στην ελληνική λαϊκή σκηνή: να παραμένει λαϊκός χωρίς να φοβάται να είναι διαφορετικός.
Έπαιζε με τη μόδα, με την εικόνα του, με τα στερεότυπα του ανδρικού λαϊκού ειδώλου. Φορούσε ό,τι ήθελε. Τραγουδούσε όπως ήθελε. Ανέβαινε στη σκηνή και μπορούσε μέσα σε λίγα λεπτά να περάσει από την υπερβολή στη μοναξιά και από την πρόκληση σε μια σχεδόν γυμνή συναισθηματική ερμηνεία.
Κάποιους τους γοήτευε. Κάποιους τους ενοχλούσε.
Αλλά αυτό ήταν ακριβώς το θέμα.
Ο Μαζωνάκης δεν προσπάθησε ποτέ να αρέσει σε όλους.
Και ίσως γι’ αυτό τελικά αγαπήθηκε από τόσο πολλούς.
Μια φωνή που είχε μέσα της τη ρωγμή
Δεν είχε την «καθαρή», αποστειρωμένη φωνή. Είχε κάτι πιο δύσκολο να κατασκευαστεί: ταυτότητα.
Άκουγες μερικές λέξεις και ήξερες ποιος τραγουδά.
Υπήρχε μέσα στη φωνή του το ξενύχτι, η λαϊκή γειτονιά, η υπερβολή της πίστας, αλλά και εκείνη η ανεξήγητη μοναξιά που πολλές φορές κρύβεται πίσω από τα φώτα.
Γι’ αυτό μπορούσε να τραγουδήσει τον χωρισμό χωρίς να ακούγεται σαν να περιγράφει έναν χωρισμό. Έμοιαζε να τον ζει.
Και μπορούσε να πει το «Ανήκω σ’ εμένα» όχι σαν έναν απλό τίτλο, αλλά σαν προσωπική διακήρυξη.
Η ειρωνεία των ημερών
Το πιο σκληρό ίσως παιχνίδι της συγκυρίας βρίσκεται στο ημερολόγιο.
Στις 20 Σεπτεμβρίου, μόλις έντεκα ημέρες από σήμερα, ήταν προγραμματισμένη στην Τεχνόπολη η μεγάλη συναυλία «Γιώργος Μαζωνάκης – 33 χρόνια από το Α έως το Ω», μια γιορτή για τις τρεις και πλέον δεκαετίες της πορείας του.
Και μόλις χθες δημοσιεύονταν οι δύο επόμενες εμφανίσεις του στο Θέατρο Άλσος, για τις 30 Σεπτεμβρίου και τις 4 Οκτωβρίου.
Η ζωή είχε ακόμη ημερομηνίες γραμμένες για εκείνον.
Μόνο που δεν πρόλαβε να τις συναντήσει.
Δεν ήταν «μια εποχή». Πέρασε από πολλές
Ίσως αυτό να είναι και το πραγματικό μέγεθος της διαδρομής του.
Ξεκίνησε σε μια Ελλάδα χωρίς social media, χωρίς Spotify, χωρίς YouTube. Σε μια εποχή που ένας καλλιτέχνης περίμενε το ραδιόφωνο, το CD και τη νυχτερινή πίστα για να συναντήσει τον κόσμο.
Και παρέμεινε παρών όταν όλα αυτά άλλαξαν.
Πέρασαν γενιές, άλλαξαν μουσικές μόδες, γεννήθηκαν και εξαφανίστηκαν ονόματα, άλλαξε ολόκληρος ο τρόπος με τον οποίο ακούμε μουσική.
Ο Μαζωνάκης ήταν ακόμη εκεί. Πάντα αναγνωρίσιμος.
Και τώρα μένουν τα τραγούδια
Οι καλλιτέχνες έχουν ένα παράξενο προνόμιο.
Φεύγουν, αλλά η φωνή τους αρνείται να ακολουθήσει.
Θα συνεχίσει να ακούγεται σε ένα αυτοκίνητο στις τρεις το πρωί. Σε ένα παλιό τραγούδι που κάποιος θα βάλει έπειτα από έναν χωρισμό. Σε ένα μαγαζί όπου εκατοντάδες άνθρωποι θα τραγουδήσουν ταυτόχρονα έναν στίχο που γνωρίζουν από την εφηβεία τους.
Κάπου θα παίζει το «Μου λείπεις».
Κάπου το «Φεύγω για μένα».
Κάπου το «Ανήκω σ’ εμένα».
Και για λίγα λεπτά θα συμβαίνει αυτό που μόνο η μουσική μπορεί να κάνει: ένας άνθρωπος που δεν υπάρχει πια θα βρίσκεται ξανά ανάμεσά μας.
Εν τούτοις, ο Γιώργος Μαζωνάκης επρόκειτο σε λίγες ημέρες να γιορτάσει 33 χρόνια «από το Α έως το Ω».
Τελικά, η τελευταία παράσταση γράφτηκε διαφορετικά.
Όμως ένα πράγμα δύσκολα θα αμφισβητηθεί:
τα έκανε πράγματι όλα «τα ίσια ανάποδα». Και κάπως έτσι κατάφερε να μείνει όρθιος στη μνήμη μιας ολόκληρης εποχής.
Καλό ταξίδι, Γιώργο.
Το «παιδί της νύχτας» πέρασε πια
στην πλευρά όπου δεν σβήνουν τα τραγούδια.
Ήσουν πάντα παιδί της νύχτας.
Από εκείνα που δεν φοβήθηκαν
ποτέ να κάνουν τα ίσια ανάποδα,.
Έλεγες «ανήκω σ’ εμένα» κι ίσως αυτή
να ήταν τελικά ολόκληρη η ιστορία σου.
Δεν χώρεσες εύκολα πουθενά.
Κι όταν όλα βάραιναν, ήξερες να λες «φεύγω για μένα».
Μόνο που αυτή τη φορά, Γιώργο, έφυγες στ’ αλήθεια.
Κι εμείς μείναμε εδώ με ένα παράξενο «μου λείπεις» να ακούγεται διαφορετικά από σήμερα.
Θα έρθουν κι άλλα Σάββατα.
Θα ανάψουν ξανά τα φώτα.
Θα γεμίσουν οι πίστες, θα ξημερώσουν οι πόλεις.
Κι εσύ, που μια ζωή έκανες τα ίσια ανάποδα, έκανες στο τέλος και το πιο δύσκολο:
έφυγες…
και κατάφερες να μείνεις.
Διαβάστε ακόμα:
Γιώργος Μαζωνάκης: Σήμερα στη Νίκαια το τελευταίο αντίο – Πλήθος κόσμου στην Αγία Τριάδα



Άρθρο: 

