ΝΕΑ ΕΞΕΛΙΞΗ – Η Ελλάδα χρειάζεται πρόβλεψη των εστιών μετάδοσης και όχι μόνο αντιμετώπιση των κρουσμάτων, σύμφωνα με τον καθηγητή Ανοσολογίας Πέτρο Λυγοξυγκάκη
Νέα δεδομένα για την εξάπλωση του ιού του Δυτικού Νείλου και τους κινδύνους που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή παρουσιάζει ο καθηγητής Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Πέτρος Λυγοξυγκάκης.
Μιλώντας στο Πρακτορείο FM, ο καθηγητής επισημαίνει ότι τα περιστατικά που καταγράφουν οι υγειονομικές αρχές δεν αποτυπώνουν το πραγματικό μέγεθος της κυκλοφορίας του ιού.
Η πραγματική εικόνα βρίσκεται πίσω από τα σοβαρά περιστατικά
Σύμφωνα με τον κ. Λυγοξυγκάκη, περίπου 8 στις 10 λοιμώξεις δεν προκαλούν συμπτώματα. Παράλληλα, λιγότερο από 1% των λοιμώξεων μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή νόσο και προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Έτσι, τα περιστατικά που καταλήγουν στα νοσοκομεία αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό τμήμα της συνολικής διασποράς.
Ο καθηγητής χαρακτηρίζει τα καταγεγραμμένα σοβαρά περιστατικά «κορυφή ενός πολύ μεγάλου παγόβουνου». Oι περισσότερες λοιμώξεις δεν εντοπίζονται ποτέ από τις υγειονομικές υπηρεσίες.
Οι ψεκασμοί δεν αρκούν
Την ίδια στιγμή, ο κ. Λυγοξυγκάκης υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στους ψεκασμούς.
Αντίθετα, οι αρμόδιες υπηρεσίες πρέπει να παρακολουθούν συστηματικά τους πληθυσμούς των κουνουπιών και τις περιοχές αναπαραγωγής τους. Η επιτήρηση, μάλιστα, πρέπει να ξεκινά αρκετούς μήνες πριν εμφανιστεί το πρώτο ανθρώπινο κρούσμα.
Παράλληλα, η παρακολούθηση των κουνουπιών μπορεί να δείξει έγκαιρα πότε αυξάνεται ο κίνδυνος μετάδοσης σε μια περιοχή.
Ο καθηγητής θέτει επίσης ένα ακόμη σημαντικό ερώτημα: έχει γίνει ο ιός του Δυτικού Νείλου ενδημικός στην Ελλάδα; Για την απάντηση χρειάζονται επιδημιολογικές μελέτες και έρευνες για την παρουσία αντισωμάτων στον πληθυσμό.
Μοντέλα πρόβλεψης για τις επόμενες εστίες
Το επόμενο βήμα, σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να είναι η πρόβλεψη των περιοχών που κινδυνεύουν από νέα έξαρση.
Για τον σκοπό αυτό, οι επιστήμονες μπορούν να συνδυάσουν στοιχεία για τη θερμοκρασία, τις βροχοπτώσεις, τα στάσιμα νερά, τους πληθυσμούς των κουνουπιών και την παρουσία του ιού σε αυτά.
Στα ίδια μοντέλα μπορούν να ενταχθούν τα προηγούμενα κρούσματα, η ανοσία του πληθυσμού και οι πιθανές δεξαμενές του ιού, όπως τα πτηνά.
Με αυτόν τον τρόπο, οι αρχές θα μπορούσαν να εντοπίζουν εγκαίρως τις περιοχές υψηλού κινδύνου και να παρεμβαίνουν πριν αυξηθούν τα ανθρώπινα περιστατικά.
Ο καθηγητής εκτιμά ότι η Ελλάδα διαθέτει την επιστημονική τεχνογνωσία για να αναπτύξει ένα τέτοιο σύστημα. Παράλληλα, ένα αντίστοιχο μοντέλο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και σε άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης.
Γιατί κινδυνεύουν περισσότερο οι ηλικιωμένοι
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο κ. Λυγοξυγκάκης στους ηλικιωμένους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης.
Όπως εξηγεί, η ανοσολογική γήρανση μειώνει την ικανότητα του οργανισμού να ανανεώνει κύτταρα που συμμετέχουν στην αντιμετώπιση των ιογενών λοιμώξεων.
Γι’ αυτό, η αυξημένη ευαισθησία των ηλικιωμένων δεν αφορά μόνο τον ιό του Δυτικού Νείλου, αλλά πολλές διαφορετικές ιώσεις.
Δεν υπάρχει ακόμη ειδική θεραπεία ή εμβόλιο
Στο θεραπευτικό πεδίο, οι επιλογές παραμένουν περιορισμένες. Σήμερα δεν υπάρχει ειδικό φάρμακο που να αποτρέπει την εξέλιξη της λοίμωξης σε εγκεφαλίτιδα.
Παράλληλα, δεν υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο για τον γενικό πληθυσμό.
Ωστόσο, ο καθηγητής εκτιμά ότι η τεχνολογία mRNA μπορεί στο μέλλον να βοηθήσει στην ανάπτυξη ενός εμβολίου με υψηλή προστατευτική ικανότητα.
Η κλιματική αλλαγή αλλάζει τον χάρτη
Ένας ακόμη παράγοντας που προβληματίζει τους επιστήμονες αφορά την προσαρμοστικότητα των κουνουπιών.
Η δυνατότητά τους να επιβιώνουν σε διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες, ακόμη και σε υφάλμυρα νερά, μπορεί να διευρύνει τις περιοχές όπου αναπαράγονται.
Ο καθηγητής εξετάζει αν αυτή η προσαρμογή οφείλεται σε μόνιμες γενετικές αλλαγές ή σε επιγενετικούς μηχανισμούς. Η απάντηση θα δείξει πόσο εύκολα μπορούν να επεκταθούν οι πληθυσμοί των εντόμων-φορέων.
Ο κίνδυνος έως το 2035
Ο κ. Λυγοξυγκάκης προειδοποιεί ότι η κλιματική αλλαγή και οι αλλαγές στη χρήση γης μπορούν να αυξήσουν την επαφή των ανθρώπων με φορείς και φυσικές δεξαμενές παθογόνων.
Εάν η τάση συνεχιστεί, εκτιμά ότι νοσήματα που μεταδίδουν κουνούπια μπορεί να αποκτήσουν πιο σταθερή παρουσία στην Ελλάδα και στη Νότια Ευρώπη.
Μέχρι να αναπτυχθούν αποτελεσματικότερα συστήματα πρόβλεψης και πρόληψης, η ατομική προστασία παραμένει σημαντική. Ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι πρέπει να χρησιμοποιούν εντομοαπωθητικά, να φορούν κατάλληλα ρούχα και να αποφεύγουν σημεία με στάσιμα νερά.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ.





