Η ελληνική πολιτική σκηνή μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί σε μια παράδοξη και βαθιά προβληματική κανονικότητα: Αντί να παράγει εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, αναλώνεται σε έναν διαρκή ανταγωνισμό για το ποιος θα καταλάβει τη δεύτερη θέση.
Σαν να έχει ήδη παγιωθεί η αντίληψη ότι η πολιτική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν αμφισβητείται επί της ουσίας, με αποτέλεσμα ολόκληρη η αντιπολίτευση να συγκρούεται όχι για την εξουσία, αλλά για τον τίτλο του «βασικού επικριτή» της κυβέρνησης.
Αυτό είναι και το βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα της περιόδου. Όχι η φημολογούμενη «κατάρρευση» της κυβέρνησης, ούτε οι εύκολες καταγγελίες περί αλαζονείας που επαναλαμβάνουν οι πολιτικοί της αντίπαλοι. Το πραγματικό ζήτημα έχει θεσμικό χαρακτήρα: κανείς από όσους επιτίθενται καθημερινά στην κυβέρνηση δεν φαίνεται πραγματικά διατεθειμένος να αναλάβει την ευθύνη της διακυβέρνησης, το βάρος των αποφάσεων και το πολιτικό κόστος που αυτές συνεπάγονται.
Ανυπαρξία πρότασης εξουσίας
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αποτυπώνει ακριβώς αυτή την κρίση της αντιπολίτευσης. Δεν επιστρέφει επειδή φέρνει μια νέα πολιτική πρόταση ή ένα διαφορετικό εθνικό σχέδιο. Επιστρέφει επειδή το κενό στον χώρο της αντιπολίτευσης παραμένει τεράστιο. Το γεγονός ότι ένας πρώην πρωθυπουργός, ο οποίος ηττήθηκε εκλογικά και είδε το κόμμα του να καταρρέει δημοσκοπικά, παρουσιάζεται ξανά ως πιθανή «λύση», δείχνει περισσότερο αδυναμία του συστήματος να ανανεωθεί παρά δυναμική πολιτικής επανεκκίνησης.
Πίσω από τα νέα λογότυπα, τις επικοινωνιακές καμπάνιες και τις προσπάθειες ανασυσπείρωσης της Κεντροαριστεράς, δύσκολα διακρίνει κανείς ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας. Κυριαρχεί περισσότερο η ανάγκη πολιτικής επιβίωσης παρά η συγκρότηση πειστικής πρότασης εξουσίας.
Χωρίς πυξίδα και ταυτότητα
Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να κινείται χωρίς σαφή πολιτική ταυτότητα. Επενδύοντας επί μακρόν στη φθορά της κυβέρνησης, μοιάζει να αιφνιδιάζεται από το αυτονόητο: Κανένα κόμμα δεν γίνεται εναλλακτική εξουσίας μόνο και μόνο επειδή περιμένει να κουραστεί ο αντίπαλος. Χρειάζεται σαφές αφήγημα, κοινωνική απεύθυνση, πολιτική τόλμη και συγκεκριμένες θέσεις. Διαφορετικά, παραμένει εγκλωβισμένο σε έναν ρόλο θεσμικού σχολιαστή της δυσαρέσκειας.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, το Μέγαρο Μαξίμου παρακολουθεί μια αντιπολίτευση που συχνά μοιάζει περισσότερο απασχολημένη με τις εσωτερικές της ισορροπίες παρά με τη διαμόρφωση κυβερνητικής πρότασης. Αυτό, προφανώς, δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει προβλήματα ή ότι δεν υπάρχουν σοβαρά ζητήματα ανοιχτά στην κοινωνία και στους θεσμούς. Τα Τέμπη, οι υποκλοπές, η ακρίβεια, οι εσωκομματικές αιχμές από ιστορικά στελέχη της παράταξης, αποτελούν υπαρκτές εστίες πολιτικής πίεσης.
Το διακύβευμα
Η «ΗΜΕΡΑ» φωτίζει ακριβώς αυτή τη διάσταση του προβλήματος: Μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης μοιάζει να διεκδικεί με πάθος τη δεύτερη θέση, επειδή εκεί μπορεί να ασκεί ανέξοδη κριτική χωρίς να αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης. Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό αδιέξοδο της εποχής.
Γιατί η Δημοκρατία χρειάζεται ισχυρή και σοβαρή αντιπολίτευση. Όχι κόμματα που συμβιβάζονται με τον ρόλο του μόνιμου σχολιαστή των εξελίξεων. Και κυρίως όχι πολιτικές δυνάμεις που θεωρούν ότι η διαμαρτυρία αρκεί για να υποκαταστήσει τη διακυβέρνηση.
ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΚΑΛΛΙΜΠΑΝ




