ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΔΥΠΑ: Όταν το κράτος επενδύει στους ανθρώπους και μετά τους εγκαταλείπει

ΑΠΟΨΗ – Το μέλλον των Συμβασιούχων Εργασιακών Συμβούλων της ΔΥΠΑ, την αξία της θεσμικής μνήμης και το ερώτημα αν ένα σύγχρονο κράτος μπορεί να εγκαταλείπει την επένδυση που το ίδιο δημιούργησε. 

 

Γράφει η Βικτωρία Φραγκουλίδου 
Πρόεδρος του Συλλόγου Συμβασιούχων 
Εργασιακών Συμβούλων Δ.ΥΠ.Α, 
Oικονομολόγος ΑΠΘ, MPA

Υπάρχουν στιγμές που μια υπόθεση ξεπερνά τους ανθρώπους, τους οποίους αφορά άμεσα και μετατρέπεται σε καθρέφτη του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε τη λειτουργία του ίδιου του Κράτους.

Η υπόθεση των Συμβασιούχων Εργασιακών Συμβούλων της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης είναι μία από αυτές.

Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στο ότι οι συμβάσεις μας ήταν ορισμένου χρόνου. Ναι ήταν και το γνωρίζαμε όλοι από την πρώτη ημέρα. Αυτό, όμως, δεν είναι το μείζον θέμα.

Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:

Τι κάνει ένα σύγχρονο κράτος όταν διαπιστώνει ότι μια επένδυση απέδωσε;

Τη διατηρεί ή την εγκαταλείπει;

Πριν από τέσσερα χρόνια, η Πολιτεία αποφάσισε να επενδύσει μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) σε έναν σχετικά νέο θεσμό. Επέλεξε ανθρώπους με αυξημένα προσόντα, μέσω διαδικασιών του Α.Σ.Ε.Π., τους εκπαίδευσε με δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους, τους πιστοποίησε και τους ενέταξε στον πυρήνα των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης.

Δημιουργία μιας νέας κουλτούρας

Δεν επένδυσε μόνο σε θέσεις εργασίας. Επένδυσε στη γνώση, στην εμπειρία, στη δημιουργία μιας νέας γενιάς Εργασιακών Συμβούλων, εξειδικευμένων στελεχών που θα μπορούσαν να σταθούν δίπλα στον άνεργο, στην επιχείρηση, στην τοπική κοινωνία.

Μας ανέθεσε να σταθούμε δίπλα στους ανθρώπους που αναζητούσαν εργασία, στις επιχειρήσεις που δυσκολεύονταν να βρουν προσωπικό, στους νέους που έκαναν τα πρώτα τους επαγγελματικά βήματα, στις ευπαθείς ομάδες και στους μακροχρόνια ανέργους που είχαν ανάγκη όχι μόνο από μια θέση εργασίας, αλλά πολλές φορές και από ελπίδα.

Σήμερα, η ίδια αυτή επένδυση αντιμετωπίζεται σαν να μην υπήρξε ποτέ. Το ίδιο κράτος μοιάζει να θεωρεί ότι όλη αυτή η επένδυση δεν έχει πλέον καμία αξία.

Όχι επειδή απέτυχε. Όχι επειδή κρίθηκε περιττή. Όχι γιατί οι ανάγκες εξέλιπαν. Όχι γιατί το έργο ολοκληρώθηκε. Αλλά επειδή ολοκληρώνεται η χρηματοδότηση του προγράμματος από το οποίο ξεκίνησε.

Παρά τις εκπαιδεύσεις και την κουλτούρα που δημιουργήθηκε στο ανθρώπινο δυναμικό, το Κράτος μοιάζει να θεωρεί ότι όλη αυτή η επένδυση δεν έχει πλέον καμία αξία!

Χωρίς σχεδιασμό και προγραμματισμό

Και κάπου εδώ έρχεται το ερώτημα που ξεπερνά κατά πολύ τους επτακόσιους (700+)  και πλέον Εργασιακούς Συμβούλους της Δ.ΥΠ.Α. Εδώ ακριβώς όπου βρίσκεται και η ουσία.

Πόσο κοστίζει τελικά στην Ελλάδα να πετάει στα σκουπίδια την εμπειρία που η ίδια δημιούργησε;

Στη Δημόσια Διοίκηση έχουμε συνηθίσει να συζητάμε για διαδικασίες, προκηρύξεις, συμβάσεις, χρηματοδοτικά εργαλεία και νομικά πλαίσια.

Στην περίπτωσή μας η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που λήξανε και αυτοδίκαια απομακρυνόμαστε από τις υπηρεσίες μας.

Είναι όμως αυτό το πραγματικό ζήτημα;

Κανείς από εμάς δεν αγνοούσε τη φύση της σύμβασής του. Κανείς δεν ζήτησε να παρακαμφθεί η νομιμότητα ή να δημιουργηθούν εξαιρέσεις.

Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:

Όταν μια υπηρεσία διαπιστώνει στην πράξη ότι ένας θεσμός λειτουργεί, ότι οι άνθρωποί του παράγουν μετρήσιμα αποτελέσματα και καλύπτουν κρίσιμες ανάγκες, η φυσική εξέλιξη είναι να αναζητήσει τρόπο να διατηρήσει αυτή τη γνώση ή να την αντικαταστήσει σαν να μην υπήρξε ποτέ; Γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

Σπανίως συζητάμε για το πραγματικό κεφάλαιο μιας δημόσιας υπηρεσίας: Τους ανθρώπους της.

Σύμφωνα με τη διοίκηση της ΔΥΠΑ, οι απασχολούμενοι σε αυτήν παράγουν μετρήσιμα αποτελέσματα και καλύπτουν κρίσιμες ανάγκες,

Απαξίωση ανθρώπων και εμπειρίας

Ένας εργασιακός σύμβουλος δεν εκπαιδεύεται μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η γνώση του δεν περιορίζεται σε ένα πιστοποιητικό. Αποκτάται καθημερινά και δεν μεταφέρεται από τη μία ημέρα στην άλλη. Χτίζεται αργά μέσα από χιλιάδες προσωπικές συνεδρίες, με συνέπεια στην καθημερινή τριβή, ενσυναίσθηση, με καθημερινή παρουσία, με χιλιάδες ώρες πραγματικής επαφής με την κοινωνία.

Μέσα από ανθρώπους που έχασαν τη δουλειά τους στα πενήντα τους χρόνια, μέσα από νέους που αναζητούν την πρώτη τους επαγγελματική ευκαιρία, μέσα από επιχειρήσεις που προσπαθούν να επιβιώσουν και δεν βρίσκουν προσωπικό, μέσα από προγράμματα απασχόλησης, δράσεις κατάρτισης, συμβουλευτική, δικτύωση και συνεχή επαφή με την αγορά εργασίας.

Αυτή η γνώση δεν αγοράζεται, δεν αποτυπώνεται σε κανένα ΦΕΚ και δεν καταγράφεται σε κανέναν πίνακα μοριοδότησης. Κι όμως, αυτή ακριβώς η εμπειρία κινδυνεύει σήμερα να απαξιωθεί και αντιμετωπίζεται σαν να μην έχει καμία ιδιαίτερη αξία

Το παράδοξο είναι προφανές.

Η ίδια Πολιτεία που επένδυσε στην εκπαίδευση, στην εξειδίκευση και στην πιστοποίηση αυτών των ανθρώπων, σήμερα επιλέγει να ξεκινήσει σχεδόν από το μηδέν.

Παραδοξότητα της Δημόσιας Διοίκησης

Είναι μια αντίφαση που δεν αφορά μόνο τους εργαζόμενους. Αφορά τη λειτουργία της ίδιας της Δημόσιας Διοίκησης. Γιατί κάθε φορά που ένα κράτος επιλέγει να μην αξιοποιεί τη γνώση που το ίδιο δημιούργησε, δεν χάνει μόνο χρήματα.

Χάνει τη συνέχεια, χάνει τη θεσμική μνήμη, χάνει την εμπειρία, χάνει την αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα. Και καταλήγει να  πληρώνει πολλαπλάσιο κόστος για να δημιουργήσει από την αρχή αυτό που ήδη είχε.

Και τελικά  χάνει και την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η συζήτηση, επομένως, δεν είναι αν λήγουν οι συμβάσεις. Οι συμβάσεις πράγματι έληξαν. Το ερώτημα είναι τι ακολουθεί μετά.

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα καθορίζει αν η δημόσια διοίκηση λειτουργεί με όρους στρατηγικής ή με όρους συγκυρίας. Αν αξιοποιεί όσα ήδη διαθέτει ή αν επιλέγει κάθε φορά να ξεκινά από την αρχή.

Αποτελεί νεοελληνική παραδοξότητα, Σϋμβουλοι Απασχόλησης που έκαναν τη δουλειά τους με τον καλύτερο τρόπο, να ζουν σε καθεστώς αβεβαιότητας και στο τέλος να αναζητούν εκείνοι κάποιο σύμβουλο για νέα δουλειά ή να φύγουν στο εξωτερικό!

Επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό

Κανένα σύγχρονο κράτος δεν διασφαλίζει αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες διαγράφοντας την εμπειρία που ήδη διαθέτει. Αντίθετα, επενδύει σε αυτήν, την διατηρεί, την αξιοποιεί, την εξελίσσει και την μεταφέρει στις επόμενες γενιές εργαζομένων. Γιατί γνωρίζει ότι η μεγαλύτερη περιουσία μιας δημόσιας υπηρεσίας δεν είναι τα πληροφοριακά της συστήματα, ούτε τα κτίριά της. Είναι οι άνθρωποι που γνωρίζουν πώς να υπηρετούν τον πολίτη.

Η Ελλάδα, δυστυχώς, έχει μια διαχρονική αδυναμία. Επενδύει στους ανθρώπους της, αλλά συνήθως δυσκολεύεται να αξιοποιήσει την επένδυσή της. Ξεκινά από την αρχή, ξανά και ξανά.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια δημόσια διοίκηση που να μαθαίνει από την εμπειρία της και όχι να την ακυρώνει. Έχει ανάγκη από κράτος με θεσμική μνήμη. Έχει ανάγκη από πολιτικές που δεν θα αντιμετωπίζουν το ανθρώπινο κεφάλαιο ως αναλώσιμο κόστος, αλλά ως πολύτιμη επένδυση. Γιατί οι δημόσιοι θεσμοί δεν κρίνονται μόνο από τους νόμους που εφαρμόζουν. Κρίνονται από το αν γνωρίζουν να αξιοποιούν τους ανθρώπους που οι ίδιοι επέλεξαν, εκπαίδευσαν και εμπιστεύθηκαν.

Η εμπειρία δεν είναι προνόμιο των εργαζομένων. Είναι περιουσία της πολιτείας.

Δεν ανήκει σε εμάς. Ανήκει στην κοινωνία.

Και όταν μια κοινωνία επιλέγει να την αφήσει να χαθεί, το κόστος μάλλον το πληρώνουν τελικά όλοι οι πολίτες.

Παρέμβαση για το αβέβαιο μέλλον των Συμβασιούχων Εργασιακών Συμβούλων της ΔΥΠΑ, την αξία της θεσμικής μνήμης

Διαβάστε ακόμα: 

ΔΥΠΑ: Πρόγραμμα για 1.000 πτυχιούχους με εργασία έως 24 μήνες και αποδοχές έως 1.250 ευρώ

Ανεργία: Στο 8,1% υποχώρησε τον Μάιο σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ

Η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης απαιτεί ανάπτυξη με κοινωνική συνοχή

Νέα στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ: Αυξήθηκε κατά 6,4% το μισθολογικό κόστος στην Ελλάδα

 

Latest Posts

spot_imgspot_img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

NEWSLETTER

Ειδήσεις γρήγορα, έγκυρα και σοβαρά: