ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ελληνικά USV και UUV: Η νέα εποχή για το Πολεμικό Ναυτικό

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ – Από τα ελληνικά πρωτότυπα μη επανδρωμένα σκάφη στη δικτυωμένη ναυτική ισχύ και τη συνεργασία επανδρωμένων και αυτόνομων συστημάτων

Γράφει ο αντιστράτηγος ε.α
Κωνσταντίνος Τσιρίδης
Επίτιμος Διευθυντής Διαβιβάσεων ΓΕΣ,
Msc in Electrical Engineering,
Msc in Systems Engineering,
NΑΤΟ Defence College.

Η παρουσίαση μη επανδρωμένων θαλάσσιων συστημάτων στις 13 Οκτωβρίου 2026, κατά τα εγκαίνια του Κέντρου Διακλαδικής Εκπαίδευσης Μη Επανδρωμένων και Αυτόνομων Θαλάσσιων Συστημάτων στις εγκαταστάσεις του Κέντρου Εκπαίδευσης «ΠΑΛΑΣΚΑΣ» του Πολεμικού Ναυτικού(ΠΝ), αποτελεί σημαντικό βήμα στον εκσυγχρονισμό του.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το Αιγαίο, όπου η νησιωτική γεωγραφία, τα θαλάσσια περάσματα και οι αυξημένες απαιτήσεις επιτήρησης ευνοούν την αξιοποίηση μικρών, ευέλικτων και οικονομικότερων μη επανδρωμένων μέσων.

Οι μη επανδρωμένες ναυτικές πλατφόρμες επιφανείας Unmanned Surface Vehicle (USV) και οι αντίστοιχες μη επανδρωμένες υποβρύχιες πλατφόρμες Unmanned Underwater Vehicle/Autonomous Underwater Vehicle (UUV/AUV) μπορούν να ενισχύσουν την επιτήρηση, την αναγνώριση, την προστασία κρίσιμων υποδομών και τις αντιναρκικές επιχειρήσεις, περιορίζοντας την έκθεση του προσωπικού σε κινδύνους.

Η πραγματική πρόκληση, ωστόσο, δεν είναι απλώς η απόκτηση νέων πλατφορμών, αλλά η αξιόπιστη επιχειρησιακή αξιοποίησή τους και η ένταξή τους σε ένα κοινό σύστημα διοίκησης και ελέγχου.

Πρόσφατα δοκιμάστηκε ο «Πυρπολητής» και άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις.
Πηγή: Γραφείο Τύπου ΓΕΝ

Ποιες ελληνικές δυνατότητες αναπτύσσονται;

Στις μη επανδρωμένες πλατφόρμες επιφανείας ξεχωρίζει ο ελληνικής ανάπτυξης «Πυρπολητής», μήκους περίπου 5 μέτρων και με αναφερόμενη ταχύτητα άνω των 40 κόμβων. Προορίζεται για επιτήρηση, αναγνώριση και δυνητικά αποστολές κρούσης.

Αντίστοιχα, τα «Κανάρης 1» και «Κανάρης 2», που αναπτύχθηκαν από το Κέντρο Έρευνας Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας (ΚΕΤΑΚ), αποτελούν ταχύπλοες μη επανδρωμένες ναυτικές πλατφόρμες επιφανείας, με  μέγιστες ταχύτητες 55 και 45 κόμβων αντίστοιχα. Ο «Κανάρης 1» παρουσιάζει επίσης δυνατότητες δυνητικής αξιοποίησης ως μη επανδρωμένο σκάφος κρούσης μιας κατεύθυνσης (One–Way Attack – OWA USV), γνωστό και ως USV τύπου «καμικάζι», το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την προσβολή ναυτικών στόχων, με αυτοκαταστροφή κατά την πρόσκρουση.

Οι ονομασίες τους παραπέμπουν στην ελληνική ναυτική παράδοση του 1821 και στη διαχρονική αξία της ασύμμετρης ισχύος: μικρά και ευέλικτα μέσα μπορούν να προσφέρουν σημαντικές δυνατότητες απέναντι σε μεγαλύτερες ναυτικές πλατφόρμες.

Τα όπλα στη φαρέτρα του ΠΝ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Interceptigon–N της DELIAN Alliance Industries, ένα μικρό USV παράκτιας άμυνας. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία του κατασκευαστή, μεταφέρει φορτίο 70 κιλών, αναπτύσσει ταχύτητα 45 κόμβων και διαθέτει αναφερόμενη εμβέλεια 30 χιλιομέτρων. Σχεδιάστηκε με δυνατότητα απόκρυψης πριν από την ενεργοποίησή του, ενώ οι δημοσιευμένες επιδόσεις αφορούν την ανάπτυξη του συστήματος και δεν συνιστούν απόδειξη πλήρους επιχειρησιακής πιστοποίησης.

Σημαντική είναι επίσης η δραστηριότητα της TRYGONS DRONES, με τα USV RF49D και ER69D, μήκους 4,86 και 6,9 μέτρων αντίστοιχα. Το πρώτο διαθέτει αναφερόμενη μεταφορική ικανότητα έως 500 κιλά, ενώ το δεύτερο έως 1.000 κιλά. Πρόκειται για αρθρωτές πλατφόρμες που μπορούν να υποστηρίξουν διαφορετικούς αισθητήρες και εξοπλισμό αποστολής.

Το RF49D έχει δοκιμαστεί στην άσκηση «Δούρειος Ίππος 2026», ενώ το ER69D συμμετείχε στην UVEX 1/26 του Πολεμικού Ναυτικού. Οι δοκιμές αυτές αποτελούν ουσιαστική πρόοδο, χωρίς να ταυτίζονται με πλήρη επιχειρησιακή ένταξη.

Η ιδιαίτερη σημασία των ελληνικών Αυτόνομων Υποβρύχιων Οχημάτων (Autonomous Underwater Vehicles – AUV

Στον υποβρύχιο τομέα ξεχωρίζει το AETHORAX AUV της AETHORAX Defense, με αναφερόμενο υψηλό επίπεδο τεχνολογικής ωριμότητας. Κατά τις δοκιμές του το 2026 επέδειξε αυτόνομη πλοήγηση, κατάδυση στα 30 μέτρα και παρακολούθηση κινούμενου υποβρύχιου στόχου, με αναφερόμενη αυτονομία περίπου 4,5 ωρών. Προορίζεται για υποθαλάσσια επιτήρηση, αναγνώριση και προστασία κρίσιμων υποδομών.

Εξίσου ενδιαφέρον είναι το MAR-01 της ελληνικής MARESCO, μήκους περίπου 2 μέτρων και βάρους έως 25 κιλών. Σύμφωνα με δημοσιευμένα τεχνικά στοιχεία, διαθέτει αυτονομία άνω των 12 ωρών,  και δυνατότητα λειτουργίας έως 300 μέτρα βάθος. Η υπόψη μη επανδρωμένη πλατφόρμα δεν είναι ακόμη επιχειρησιακά πιστοποιημένη αλλά βρίσκεται σε θαλάσσιες δοκιμές.

Το ARGO της Ucandrone αποτελεί πρόσθετη ελληνική ανάπτυξη USV, με δυνατότητες στη συλλογή δεδομένων και στη συνεργασία με υποβρύχια μη επανδρωμένα μέσα. Έχει παρουσιαστεί σε σχετικές δοκιμές, χωρίς να τεκμηριώνεται πλήρης επιχειρησιακή πιστοποίηση.

Η ανάπτυξη εγχώριων AUV έχει ξεχωριστή στρατηγική αξία, καθώς η υποβρύχια πλοήγηση χωρίς δορυφορικό σήμα, οι περιορισμένες επικοινωνίες και η διαχείριση ενέργειας δημιουργούν ιδιαίτερα απαιτητικές τεχνολογικές προκλήσεις.

Η ποικιλία αυτή , επιτρέπει τη σταδιακή συγκρότηση ενός οικοσυστήματος θαλάσσιων μη επανδρωμένων πλατφορμών. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι έχει ήδη δημιουργηθεί ένας πολυάριθμος και πλήρως επιχειρησιακά ολοκληρωμένος στόλος.

Μεγαλύτερη ευελιξία, ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας και απόλυτη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί τη βασική στρατηγική αντίληψη του Πολεμικού Ναυτικού.
Πηγή: ΥΠΕΘΑ/Διεύθυνση Ενημερώσεως, Νίκος Παναγιωτόπουλος.

Ξένες πλατφόρμες και μεταφορά τεχνογνωσίας

Πρέπει να διαχωρίζονται οι ελληνικές κατασκευές από τα ξένα συστήματα που χρησιμοποιεί ή αξιολογεί το Πολεμικό Ναυτικό.

Τα ιταλικά PLUTO PLUS και PLUTINO MIKI είναι υποβρύχια τηλεχειριζόμενα συστήματα αντιμετώπισης ναρκών. Διαθέτουν πρακτική επιχειρησιακή αξία, αλλά δεν αποτελούν ελληνικές αναπτύξεις, είναι ιταλικά συστήματα, ούτε αυτόνομα υποβρύχια μη επανδρωμένα συστήματαμεγάλης εμβέλειας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το αμερικανικό Corsair της Saronic, μήκους περίπου 7 μέτρων, με ταχύτητα άνω των 35 κόμβων και αναφερόμενη εμβέλεια μεγαλύτερη των 1.000 ναυτικών μιλίων.Το ΠΝ έχει πραγματοποιήσει δοκιμές και αξιολόγηση του Corsair, ενώ έχει υποβληθεί αίτημα προς τις ΗΠΑ μέσω της διαδικασίας Foreign Military Sales(FMS). Η ενδεχόμενη απόκτησή του θα είχε μεγαλύτερη στρατηγική αξία εφόσον συνοδευόταν από μεταφορά τεχνογνωσίας, εγχώρια τεχνική υποστήριξη και διαλειτουργικότητα με ελληνικά αντίστοιχα συστήματα.

Από το από το πλατφορμοκεντρικό μοντέλο (Platform-Centric) στο δικτυοκεντρικό (Network-Centric) και, προοπτικά, στις Συνεργατικές Αυτόνομες Επιχειρήσεις (Collaborative Autonomous Warfare)

Η σημαντικότερη αλλαγή δεν αφορά μόνο τα νέα σκάφη, αλλά τον τρόπο διεξαγωγής των ναυτικών επιχειρήσεων.

Στο παραδοσιακό Platform–Centric μοντέλο, κάθε πολεμικό πλοίο στηρίζεται κυρίως στους δικούς του αισθητήρες και στα οπλικά του συστήματα.

Στο Network–Centric μοντέλο, διαφορετικές μονάδες ανταλλάσσουν πληροφορίες και δημιουργούν κοινή επιχειρησιακή εικόνα, βελτιώνοντας την επίγνωση κατάστασης και τον συντονισμό.

Το επόμενο στάδιο είναι οι Συνεργατικές Αυτόνομες Επιχειρήσεις (Collaborative Autonomous Warfare), όπου επανδρωμένες και μη επανδρωμένες πλατφόρμες συνεργάζονται, αναλαμβάνοντας επιμέρους λειτουργίες με διαφορετικούς βαθμούς αυτονομίας και υπό ανθρώπινη εποπτεία.

Μια φρεγάτα θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αξιοποιεί ταυτόχρονα πληροφορίες από εναέρια UAV, σκάφη επιφανείας USV και υποβρύχια UUV, συγκροτώντας πληρέστερη εικόνα του επιχειρησιακού περιβάλλοντος.

Η πραγματική αξία προκύπτει από τη διαλειτουργικότητα, την ανθεκτικότητα των επικοινωνιών και την αποτελεσματική σύνδεση των συστημάτων με τη διοίκηση και τον έλεγχο.

Στιγμιότυπο απομακρυσμένης επιτηρήσεως εμπλεκομένων μη επανδρωμένων μέσων κατά τη διάρκεια της τεχνικής ασκήσεως μικράς κλίμακος «UVEX 2/26».
Πηγή: Γραφείο Τύπου ΓΕΝ.

Πώς συνδέεται αυτή η προσπάθεια με την ανάπτυξη ελληνικών drones και το συνολικό αμυντικό οικοσύστημα;

Η ανάπτυξη των USV και UUV δεν αποτελεί μεμονωμένη πρωτοβουλία. Εντάσσεται στη γενικότερη ελληνική προσπάθεια ανάπτυξης μη επανδρωμένων συστημάτων στον αέρα, στη θάλασσα και στην ξηρά.

Στον αεροπορικό τομέα βρίσκονται σε εξέλιξη προγράμματα ελληνικών UAV και drones επιτήρησης, αναγνώρισης και κρούσης, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει αποκτήσει και η ανάπτυξη συστημάτων αντιμετώπισης εχθρικών drones (counter-drone), όπως ο ελληνικός «Κένταυρος» της ΕΑΒ. Επομένως, αναπτύσσονται σταδιακά οι βάσεις ενός ελληνικού οικοσυστήματος που μπορεί να περιλαμβάνει UAV, USV, UUV, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, τεχνητή νοημοσύνη και ασφαλή δίκτυα επικοινωνιών.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι να μη δημιουργηθούν ξεχωριστά και ασύνδετα προγράμματα για κάθε Κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων. Η Ελλάδα χρειάζεται κοινές τεχνολογίες, συμβατά συστήματα και στενή συνεργασία ΠΝ, ΠΑ, ΣΞ, ΕΛΚΑΚ, ΕΑΒ, ερευνητικών ιδρυμάτων και ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Με τον τρόπο αυτό, η τεχνογνωσία που αναπτύσσεται στα εναέρια drones θα μπορεί, όπου είναι τεχνικά εφικτό, να αξιοποιείται και στα θαλάσσια μη επανδρωμένα συστήματα, μειώνοντας το κόστος και επιταχύνοντας την ανάπτυξή τους.

Στην τεχνική άσκηση μικρής κλίμακος «UVEX 2/26» του Πολεμικού Ναυτικού έγινε επίσης επιτυχημένη χρήση δρόνων συμφώνως προς το επιχειρησιακό σενάριο.
Πηγή: Γραφείο Τύπου ΓΕΝ

Ποιο είναι το συμπέρασμα για το Πολεμικό Ναυτικό και τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις;

Η παρουσίαση των ελληνικών USV/UUV αποτελεί μια ουσιαστική αρχή, όχι όμως το τέλος της προσπάθειας.

Παράλληλα, η ανάπτυξη ελληνικών drones και συστημάτων αντιμετώπισής τους δείχνει ότι δημιουργείται μια ευρύτερη τεχνολογική βάση, η οποία μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την εγχώρια αμυντική βιομηχανία και τις επιχειρησιακές δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση δεν είναι η απόκτηση μόνο περισσότερων μη επανδρωμένων πλατφορμών, αλλά η επιχειρησιακή τους ολοκλήρωση και η αποτελεσματική συνεργασία τους με τα επανδρωμένα συστήματα.

Αυτό προϋποθέτει τη σταδιακή μετάβαση από το Platform-Centric στο Network-Centric και, προοπτικά, στο Collaborative Autonomous Warfare, με αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και διατήρηση ουσιαστικού ανθρώπινου ελέγχου.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτούνται εγχώρια παραγωγή, διακλαδικός σχεδιασμός, δικτυακή διαλειτουργικότητα, τεχνολογική αυτονομία και συστηματική επιχειρησιακή πιστοποίηση, με σταθερή χρηματοδότηση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Ο στόχος για το 2030 δεν πρέπει να είναι απλώς η απόκτηση ενός μεγάλου αριθμού μη επανδρωμένων πλατφορμών, αλλά η συγκρότηση μιας ολοκληρωμένης, δικτυωμένης και διακλαδικής αμυντικής ικανότητας, στην οποία επανδρωμένα και μη επανδρωμένα συστήματα θα λειτουργούν συντονισμένα, ενισχύοντας την επίγνωση της κατάστασης, την επιχειρησιακή ευελιξία και την αποτελεσματικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το ουσιαστικό κριτήριο επιτυχίας της ελληνικής προσπάθειας δεν θα είναι πόσα USV, UUV ή UAV έχουν αναπτυχθεί ή αποκτηθεί, αλλά πόσα από αυτά έχουν περάσει από το στάδιο του πρωτοτύπου στην πιστοποιημένη επιχειρησιακή αξιοποίηση, πόσο αποτελεσματικά συνεργάζονται μεταξύ τους και σε ποιον βαθμό ενισχύουν την πραγματική αμυντική ικανότητα της χώρας.

Με άλλα λόγια, η πρόκληση δεν είναι να δημιουργήσουμε απλώς έναν στόλο μη επανδρωμένων συστημάτων, αλλά να οικοδομήσουμε μια νέα, ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική ελληνικής ναυτικής και διακλαδικής ισχύος.

 

spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

spot_img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

spot_imgspot_imgspot_img

NEWSLETTER

Ειδήσεις γρήγορα, έγκυρα και σοβαρά: