ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ – Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Μίτσκοσκι, οι ευθύνες της ελληνικής διπλωματίας και οι νομικές ενστάσεις δεκάδων προσωπικοτήτων
ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ - Ανταπόκριση: Πάμπος Χαραλάμπους
Σοβαρές κυβερνητικές παραβιάσεις της Συμφωνίας των Πρεσπών καταγράφει σε έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μάλιστα, προειδοποιεί για επιπτώσεις στις σχέσεις καλής γειτονίας.
Ειδικότερα, ο ακροδεξιός «προφέσορας» που κάνει τον πρωθυπουργό των Σκοπίων ακολουθεί προκλητική και απολύτως ασεβή τακτική έναντι της Ελλάδος. Πιο συγκεκριμένα, ο Χρίστιαν Μίτσκοσκι και στελέχη του κόμματος VMRO-DPMNE χρησιμοποιούν εμφατικά τον όρο «Μακεδονία». Επιπλέον, με αυτήν την αναθεωρητική και επικίνδυνη στάση προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματά του και την πίεση από τους Βούλγαρους, όπως σχολιάζουν πηγές της Κομισιόν.
Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα, η συμφωνία παραμένει αντικείμενο έντονης πολιτικής και νομικής αμφισβήτησης, όπως αποτυπώνεται σε επιστολή δεκάδων επιστημόνων και προσωπικοτήτων από το 2019.
Τι περιέχει η έκθεση
Καθώς η ηγεσίας της ελληνικής διπλωματίας πειραματίζεται με μπρατσάκια για «ήρεμα νερά» στα ρηχά, καθ΄ υπόδειξιν του ΕΛΙΑΜΕΠ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει τη δουλειά της.
Για την ακρίβεια, στην ετήσια έκθεση προόδου για τη Βόρεια Μακεδονία, οι Βρυξέλλες καταγράφουν ευθέως ότι κυβερνητικά στελέχη και ανώτεροι αξιωματούχοι της γειτονικής χώρας δεν εφαρμόζουν τη Συμφωνία των Πρεσπών!
Επιπλέον, αυτό που τονίζουν συνεργάτες της αρμόδιας Επιτρόπου, η επισήμανση δεν είναι αόριστη, ούτε διπλωματικά ουδέτερη. Η Επιτροπή αναφέρεται συγκεκριμένα στη μη χρήση της συνταγματικής ονομασίας της χώρας, δηλαδή «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας».
Ακόμη, προειδοποιεί ότι αυτή η συμπεριφορά ενδέχεται να επηρεάσει τις σχέσεις καλής γειτονίας.
Το επίμαχο σημείο
Με άλλα λόγια, η έκθεση γράφει επί λέξει:
«Η καλόπιστη εφαρμογή των διμερών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης της Συμφωνίας των Πρεσπών, παραμένει ουσιώδης. Μέλη της κυβέρνησης και ανώτεροι αξιωματούχοι παραβλέπουν κατά καιρούς τη Συμφωνία, μεταξύ άλλων μη χρησιμοποιώντας τη συνταγματική ονομασία της χώρας, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει τις σχέσεις καλής γειτονίας».
Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει σαφέστατη παραβίαση όρου που αφορά στον πυρήνα της συμφωνίας. Την ίδια στιγμή, οι Σλαβομακεδόνες εκτίθενται ακόμα περισσότερο. Φέρονται να θεωρούν ότι πρόκειται απλώς για μια διαφωνία σχετικά με τη φρασεολογία.
Επιπλέον, σε μια άλλη εκδοχή ισχυρίζονται πως αποτελεί «επικοινωνιακή επιλογή» κυβερνητικών παραγόντων στα Σκόπια. Ωστόσο, η χρήση της νέας ονομασίας για όλες τις χρήσεις, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, αποτελεί κεντρική συμβατική υποχρέωση.
Ο Μίτσκοσκι εξελίσσεται σε πρόβλημα
Το ζήτημα έχει αναδειχθεί εξαιτίας της στάσης του Μίτσκοσκι και στελεχών του ακροδεξιού κόμματός του. Στις δημόσιες τοποθετήσεις τους χρησιμοποιούν συχνά την ονομασία «Μακεδονία», παραλείποντας τον γεωγραφικό προσδιορισμό «Βόρεια».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καταγράψει αυτήν την στάση. Επιπρόσθετα, οι συντάκτες της έκθεσης αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα τηρεί υποδειγματική στάση.
Ακόμη, η συνεργασία Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας συνεχίζεται σε τομείς όπως η οικονομία, οι υποδομές, η ενεργειακή διασυνδεσιμότητα, ο τουρισμός και ο πολιτισμός. Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι η οικονομική συνεργασία δεν υποκαθιστά την υποχρέωση τήρησης των διεθνών συμφωνιών.
Εν τούτοις, συνεργάτες της κ. Κάγια Κάλας διερωτούνται αν μπορεί να αναπτύσσεται συνεργασία σε έργα και επενδύσεις, όταν παράλληλα αμφισβητούνται εμπράκτως δεσμεύσεις που θεμελίωσαν τη διμερή σχέση. Ταυτόχρονα, δεν σχολιάζουν την απουσία κάθε αντίδρασης από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών.
Η ελληνική διπλωματία και το ερώτημα της αντίδρασης
Χάρη σε αυτό το σχόλιο, η παρέμβαση της Κομισιόν προκαλεί αναπόφευκτα ερωτήματα για την Αθήνα.
- Ποιες συγκεκριμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες έχουν αναληφθεί απέναντι στις επαναλαμβανόμενες δημόσιες τοποθετήσεις της πολιτικής ηγεσίας των Σκοπίων;
- Πώς αξιοποιούνται οι ευρωπαϊκές διαπιστώσεις;
- Υπάρχει συγκροτημένη στρατηγική παρακολούθησης και ανάδειξης των αποκλίσεων από τη συμφωνία;
Το υπουργείο Εξωτερικών διαθέτει ήδη επίσημη καταγραφή των βασικών υποχρεώσεων της γειτονικής χώρας. Αναγνωρίζει ρητά ότι η ονομασία «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» και η σύντομη μορφή «Βόρεια Μακεδονία» ισχύουν erga omnes, δηλαδή για όλες τις χρήσεις και στο εσωτερικό της χώρας.
Επομένως, το ζήτημα δεν είναι αν η Αθήνα γνωρίζει τι προβλέπει η συμφωνία. Το ερώτημα είναι με ποιον τρόπο επιδιώκει να διασφαλίσει την εφαρμογή της και να μετατρέψει τις ευρωπαϊκές διαπιστώσεις σε συγκεκριμένη διπλωματική πίεση.
Όταν θέσαμε το θέμα σε ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ, σχολίασε ότι η ευρωπαϊκή έκθεση προσφέρει πλέον ένα επίσημο θεσμικό έρεισμα για την ελληνική πλευρά. Επομένως, η αξιοποίησή του αποτελεί ζήτημα πολιτικής βούλησης και διπλωματικής συνέπειας.
Πώς μπορεί να αμφισβητηθεί η Συμφωνία των Πρεσπών
Ωστόσο, η συζήτηση δεν εξαντλείται στις παραβιάσεις που καταγράφονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Υπάρχει και η εσωτερική ελληνική διάσταση. Η Συμφωνία των Πρεσπών εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο πολιτικής, ιστορικής και νομικής αμφισβήτησης.
Συγκεκριμένα, υπάρχει η επιστολή της 19ης Ιουνίου 2019, την οποία υπέγραψε ομάδα δεκάδων προσωπικοτήτων από τον ακαδημαϊκό, νομικό, διπλωματικό, στρατιωτικό και επιχειρηματικό χώρο. Οι πατριώτες που υπέγραψαν απηύθυναν έκκληση προς τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη να αναλάβει πρωτοβουλία για την ακύρωση της συμφωνίας, χαρακτηρίζοντάς την εθνικά επιζήμια και νομικά προβληματική.
Στο κείμενό τους διατύπωσαν σειρά ενστάσεων, τις οποίες στήριξαν σε συνταγματικές και διεθνοδικαιικές διατάξεις. Μεταξύ άλλων, επικαλέστηκαν:
- τη Σύμβαση της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών,
- τις διαδικασίες υπογραφής και κύρωσης,
- τη μη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στην Ελλάδα και
- τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα στη γειτονική χώρα.
Ειδική αναφορά έκαναν:
- στη διαδικασία αναγνώρισης της γλώσσας,
- στις συνταγματικές μεταβολές της τότε πΓΔΜ,
- στις σχετικές ρηματικές διακοινώσεις και
- στην εφαρμογή της αρχής erga omnes.
- Υποστήριξαν επίσης ότι η συμφωνία περιείχε ασάφειες και προβλήματα που, κατά την άποψή τους, μπορούσαν να θεμελιώσουν αμφισβήτηση της εγκυρότητάς της.
Επιπρόσθετα, υποστήριξαν ότι μια ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να προσβάλει τη συμφωνία μέσω ρηματικής διακοίνωσης, επικαλούμενη τις συγκεκριμένες νομικές ενστάσεις.
Το ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο στο τι κάνουν τα Σκόπια. Αφορά και στο τι κάνει η Αθήνα όταν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί καταγράφουν εκείνα που η ίδια οφείλει να υπερασπίζεται.





