ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αλεξία Πετροπούλου: «Η τέχνη είναι μια διαρκής πράξη ελευθερίας»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ – Η ηθοποιός, σκηνοθέτιδα, συγγραφέας και εκδότρια Αλεξία Πετροπούλου μιλά για τον «Οιδίποδα Τύραννο», την Ιοκάστη, τη δημιουργία, την ελευθερία και τη δύναμη της τέχνης

Συνέντευξη: Ηρώ Πογκόη

Σε μια εποχή που η πληροφορία κατακλύζει την καθημερινότητά μας, αλλά η ουσιαστική γνώση συχνά αναζητείται στα τυφλά, υπάρχουν φωνές που επιμένουν να στρέφουν το βλέμμα στο διαχρονικό και το ουσιώδες. Μια τέτοια φωνή είναι η πολυτάλαντη και χαρισματική Αλεξία Πετροπούλου.

Λίγα πριν ανοίξει η αυλαία για την πολυαναμενόμενη πρεμιέρα του «Οιδίποδα Τύραννου» στο Θέατρο Αττικού Άλσους «Κατίνα Παξινού», ο λόγος ανήκει δικαιωματικά στη μούσα του Τάκη Λουκάτου. Εκείνη που με τη δραματουργία της και το υποκριτικό ταλέντο της αποτέλεσε και την έμπνευση για την επιστροφή της αρχαίας τραγωδίας στη σύγχρονη σκηνή.

Στη βαθιά συζήτηση που ακολουθεί, μιλά για το υπαρξιακό βάρος της τραγικής βασίλισσας, τη συλλογική δύναμη ενός αμιγώς γυναικείου Χορού και τη σπάνια χημεία με το καλλιτεχνικό της alter ego, τον δημιουργό της παράστασης, Τάκη Λουκάτο.

Εξηγεί επίσης πώς το κείμενο παύει να είναι απλώς τυπωμένες λέξεις στο χαρτί και μεταμορφώνεται σε χώρο, φως και θεατρικό παλμό, ενώ έχοντας πρόσφατα ενσαρκώσει και την Ωραία Ελένη, παίρνει θέση στη μεγάλη συζήτηση των ημερών, σχολιάζοντας την πολύκροτη ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν.

Ηθοποιός, σκηνοθέτιδα, συγγραφέας και εκδότρια, η ίδια αρνείται να εγκλωβιστεί σε μία μόνο ιδιότητα, αναζητώντας πάντα την αλήθεια πέρα από προδιαγεγραμμένα πεπρωμένα.

Μια αυθεντική κατάθεση ψυχής από μια δυνατή προσωπικότητα, που χρησιμοποιεί τη φαντασία ως τη μέγιστη πράξη αντίστασης στον φόβο, επιλέγοντας να ορίζει τη ζωή της και τολμώντας να την επαναπροσδιορίζει σε ένα αέναο ταξίδι της φαντασίας που αρχίζει ξανά και ξανά.

  • Ως μούσα του Τάκη Λουκάτου, καθώς ο ίδιος έχει δηλώσει ότι είστε ο λόγος που αποφάσισε να επαναφέρει τον Οιδίποδα Τύραννο στη σκηνή, ποια στοιχεία της δικής σας απόδοσης θεωρείτε ότι ήταν εκείνα που «ξεκλείδωσαν» το σκηνοθετικό όραμά του;

Με τον Τάκη Λουκάτο γνωριστήκαμε την άνοιξη του 2024, στην εικαστική του έκθεση στον Πολυχώρο «Καμίνι».  Στη συνέχεια, με την ευγένεια που τον χαρακτηρίζει —ένα στοιχείο της προσωπικότητάς του που εκτιμώ βαθιά— ήρθε να με παρακολουθήσει στον δραματικό θεατρικό μονόλογο «Ελένη» (ΜπελΕλέν) του δόκτορος Κωνσταντίνου Μπούρα, σε γαλλική μετάφραση του καθηγητή Λογοτεχνικής Μετάφρασης Δημήτρη Φίλια.

Νομίζω ότι εκεί διέκρινε στην ερμηνεία μου έναν συνδυασμό δύο διαφορετικών κόσμων: από τη μία, μια σύγχρονη υποκριτική προσέγγιση και, από την άλλη, ένα θεατρικό εκτόπισμα που παρέπεμπε σε μια παλαιότερη, ισχυρή σκηνική παράδοση. Ο ίδιος έχει πει ότι αυτή η παρουσία τού θύμισε σπουδαίες προσωπικότητες του θεάτρου με τις οποίες είχε την τύχη να συνεργαστεί ως ηθοποιός στο Εθνικό Θέατρο.

Και οι δύο αγαπάμε και υπηρετούμε το κλασικό ρεπερτόριο, αλλά μας ενδιαφέρει εξίσου —και ίσως ακόμη περισσότερο— η ανατρεπτική διάσταση της θεατρικής τέχνης. Το θέατρο, άλλωστε, δεν υπάρχει μόνο για να αναπαράγει μια παράδοση, αλλά και για να συνομιλεί μαζί της, να την επανεξετάζει και, όταν χρειάζεται, να την ανατρέπει.

Ίσως, λοιπόν, αυτό που «ξεκλείδωσε» το σκηνοθετικό του όραμα να ήταν ακριβώς αυτή η συνάντηση του σύγχρονου με το διαχρονικό. Η δυνατότητα να προσεγγίσουμε το αρχαίο δράμα όχι ως ένα μουσειακό είδος, αλλά ως κάτι ζωντανό, σημερινό και βαθιά ανθρώπινο.  

  • Κατά πόσο σας επηρέασε ο τρόπος που προσεγγίσατε το κείμενο δεδομένου και του πρωταγωνιστικού σας ρόλου ως Ιοκάστη;

Είναι γεγονός ότι προβληματίστηκα αρκετά με τον συγκεκριμένο ρόλο και θα έλεγα ακόμη και τώρα που είμαστε μια ανάσα από την πρεμιέρα, ακόμη τον εξερευνώ. Έχω υπηρετήσει περισσότερο ρόλους που ανήκουν στον Ατρειδικό Κύκλο, με εξαίρεση την Αγαύη, την οποία έχω υποδυθεί από τον Κύκλο των Λαβδακιδών.

Η συνάντησή μου, επομένως, με την Ιοκάστη άνοιξε για μένα ένα διαφορετικό πεδίο αναζήτησης. Η Ιοκάστη με γοητεύει ακριβώς επειδή δεν είναι μονοσήμαντη. Είναι μια παράξενη και αινιγματική μορφή, ερωτική και ταυτόχρονα ανυποψίαστη, ενώ πίσω από τα λόγια της διακρίνω ένα βαθύ φιλοσοφικό υπόβαθρο.

Βρίσκεται στο κέντρο ενός τρομακτικού μηχανισμού αλήθειας, χωρίς αρχικά να γνωρίζει ότι η ίδια αποτελεί μέρος του αινίγματος που σταδιακά λύνεται μπροστά στα μάτια μας. Και αυτό είναι ένα στοιχείο που με συναρπάζει στον «Οιδίποδα Τύραννο»: ο Σοφοκλής δημιουργεί σχεδόν ένα αρχέτυπο αστυνομικού και ψυχολογικού θρίλερ.

Η αναζήτηση του ενόχου μετατρέπεται σταδιακά σε αναζήτηση της ίδιας της ταυτότητας των προσώπων. Αιώνες αργότερα, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα θα αποκτήσει τη γνωστή ψυχαναλυτική του διάσταση, όμως ο δραματικός πυρήνας που το γέννησε βρίσκεται ήδη εκεί, με όλη την ψυχολογική και υπαρξιακή του δύναμη. Γι’ αυτό και για μένα η Ιοκάστη είναι πολλά περισσότερα από έναν τραγικό γυναικείο χαρακτήρα.

Είναι γυναίκα και μάνα, ερωμένη και παγκόσμια μήτρα. Γίνεται ταυτόχρονα ερευνώμενη και, με έναν παράδοξο τρόπο, ερευνήτρια της ίδιας της αλήθειας της. Εξελίσσεται σε αερικό και φάντασμα. Ενσαρκώνει τη γέννηση, τον έρωτας, τον θάνατος και τη ζωή.

Όλες αυτές οι αντιφάσεις είναι που με οδηγούν στην προσέγγισή της και με κάνουν να αισθάνομαι ότι η Ιοκάστη δεν είναι ένας ρόλος που κάποια στιγμή «κατακτάς»· είναι ένας ρόλος που συνεχώς ανακαλύπτεις. 

  • Έχοντας στο βιογραφικό σας και τη σκηνοθετική ιδιότητα, όταν κάνατε τη δραματουργία, ποια πλευρά σας υπερτερεί; Η ηθοποιός που ακούει τον λόγο ή η σκηνοθέτιδα που βλέπει τη σκηνική εικόνα;

Καταρχάς, δεδομένης της μακροχρόνιας ενασχόλησής μου με το αρχαίο δράμα, θα έλεγα ότι μέσα μου πάλλεται πρώτα ο ρυθμός. Προτού ακόμη δω τη σκηνική εικόνα, ακούω τον λόγο. Ακούω φωνές αρχέγονες, τον ρυθμό των λέξεων, τις σιωπές, τις ανάσες των προσώπων. Επομένως, τη σκυτάλη παίρνει πρώτα η ηθοποιός.

Στη συνέχεια έρχεται η δραματουργός. Εμβαθύνω στο κείμενο, αναζητώ τα νοήματα, τις σχέσεις, τις αντιθέσεις και όλα εκείνα τα υπόγεια ρεύματα που κινούν τα πρόσωπα και καθορίζουν τη δράση. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να εντοπίζω κρυμμένες έννοιες που περιμένουν να αποκαλυφθούν στη σκηνή.

Και ύστερα έρχεται σχεδόν αναπόφευκτα η σκηνοθέτιδα. Όσα έχω ακούσει και όσα έχω ανακαλύψει μέσα στο κείμενο αρχίζουν να μεταμορφώνονται σε χώρο, σώματα, κίνηση, φως και σκηνικές εικόνες. Είναι σαν μια διαδρομή από το αυτί στον νου και από τον νου στο μάτι.

  • Στον Σοφοκλή ο Χορός αποτελείται από άνδρες ενώ στην παράστασή σας από γυναίκες. Πώς λειτούργησε η δραματουργία σας πάνω σε αυτή τη σκηνοθετική επιλογή του Τάκη Λουκάτου;

Προσωπικά, είμαι απολύτως υπέρ της επιλογής του Τάκη Λουκάτου να συγκροτήσει έναν αμιγώς γυναικείο Χορό. Είναι μια επιλογή που βρίσκεται πολύ κοντά και στη δική μου θεατρική σκέψη. Στο έργο μου «Kλυταιμνήστρες», για παράδειγμα, όλοι οι ρόλοι —ακόμη και ο Αγαμέμνονας— ερμηνεύονταν από γυναίκες. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η αντιστροφή αυτή, γιατί ιστορικά η γυναίκα στην αρχαιότητα ήταν αποκλεισμένη από σημαντικές πλευρές της δημόσιας ζωής, ενώ ακόμη και οι γυναικείοι χαρακτήρες του αρχαίου θεάτρου ερμηνεύονταν από άνδρες.

Στη δική μας περίπτωση, λοιπόν, η δραματουργία δεν αντιμετώπισε τον γυναικείο Χορό ως κάτι που έπρεπε να «δικαιολογηθεί». Αντιθέτως, αγκάλιασε τη σκηνοθετική επιλογή και αναζήτησε τη δύναμη που μπορούσε να αποκτήσει μέσα από αυτήν. Οι γυναίκες παύουν να βρίσκονται στο περιθώριο και αποκτούν συλλογική φωνή: παρατηρούν, σχολιάζουν, φοβούνται, προαισθάνονται και συμμετέχουν στην αποκάλυψη της τραγικής αλήθειας.

Και ίσως εκεί βρίσκεται για μένα η ουσία αυτής της επιλογής: δεν αλλάζουμε τον Σοφοκλή· αλλάζουμε το σημείο από το οποίο τον κοιτάζουμε. Ο γυναικείος Χορός γίνεται έτσι ένας σύγχρονος καθρέφτης της τραγωδίας και ταυτόχρονα μια έμπρακτη υπενθύμιση ότι το αρχαίο δράμα παραμένει ζωντανό ακριβώς επειδή κάθε εποχή έχει το δικαίωμα —και την υποχρέωση— να συνομιλεί δημιουργικά μαζί του.

  • Έχετε συμμετάσχει στο παρελθόν σε σπουδαίες κλασικές παραγωγές (όπως «Ο Μισάνθρωπος» ή η «Ιφιγένεια»). Πώς οι προηγούμενες αυτές ερμηνείες σάς προετοίμασαν για το βάρος της Ιοκάστης;

Όλοι οι ρόλοι είναι μια άσκηση για τον ηθοποιό. Είναι σαν υλικά που αναμειγνύουμε διαρκώς, προκειμένου να βελτιώσουμε το «φαγητό» μας: από το νόστιμο να φτάσουμε στο νοστιμότερο και, κάποτε, στο εκλεκτό. Και το εκλεκτό, κατά τη γνώμη μου, είναι συνήθως λίγο και καλό. Δεν χρειάζεται υπερβολή· χρειάζεται ακρίβεια, μέτρο και ουσία. Κάθε προηγούμενη ερμηνεία αφήνει μέσα στον ηθοποιό ένα ίχνος. Ο «Μισάνθρωπος», η «Ιφιγένεια», όπως και κάθε άλλος ρόλος που έχω υποδυθεί, με έφεραν αντιμέτωπη με διαφορετικές απαιτήσεις, διαφορετικούς θεατρικούς κώδικες και διαφορετικές περιοχές του εαυτού μου. Αυτή η συνεχής άσκηση και οι δυνατότητες επιλογής λειτουργούν σαν σε γεωμετρική πρόοδο: κάθε καινούργια εμπειρία πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες της επόμενης. Όλα αυτά ασφαλώς με προετοίμασαν για το βάρος της Ιοκάστης. Όχι όμως με την έννοια ότι μπορώ να πάρω κάτι έτοιμο από έναν προηγούμενο ρόλο και να το μεταφέρω σε εκείνη. Το αντίθετο. Η εμπειρία οφείλει να σου δίνει περισσότερα εργαλεία, αλλά ταυτόχρονα να σε βοηθά να απαλλάσσεσαι από τις ευκολίες και τις επαναλήψεις σου. Για μένα, το μεγάλο στοίχημα είναι ο ηθοποιός να μην παγιδεύεται στον εαυτό του. Να μην επαναλαμβάνει αυτό που γνωρίζει, αλλά κάθε φορά να επανακαθορίζεται. Και η Ιοκάστη απαιτεί ακριβώς αυτό: Να την αντιμετωπίσεις επιστρατεύοντας όλη την εμπειρία που έχεις αποκτήσει, ταυτόχρονα όμως να έχει την τόλμη να κάνεις και μια νέα αρχή, ίσως και από το μηδέν.

Η Ιοκάστη είναι μια τραγική βασίλισσα που επιλέγει συνειδητά να εθελοτυφλεί για να προστατεύσει την οικογένειά της. Τι υπάρχει στην Ιοκάστη που συναντάτε και στην Αλεξία Πετροπούλου ως άνθρωπο; Και τι μεταφέρετε από εσάς στον ρόλο;

Αν και είμαι δραματική ηθοποιός, ασκούμαι χρόνια στο αρχαίο δράμα και μελετώ την αρχαία ελληνική γραμματεία, ως άνθρωπος δεν έχω την τάση να αναπαράγω δράματα και αρνητικές καταστάσεις στη ζωή μου. Αντίθετα, προσπαθώ πάντα να στρέφω τη σκέψη μου προς τη θετική και αισιόδοξη πλευρά των πραγμάτων, τόσο για εμένα όσο και για τους ανθρώπους που αγαπώ.

Δεν μου αρέσει η κινδυνολογία. Ακόμη κι όταν κάτι δεν προμηνύεται ευοίωνο, έχω την τάση να αγωνίζομαι μέχρι την τελευταία στιγμή για να ανατραπεί το δυσάρεστο. Πιστεύω βαθιά ότι, σε μεγάλο βαθμό, την τύχη μας τη διαμορφώνουμε εμείς οι ίδιοι και ότι η ευτυχία είναι κυρίως ζήτημα επιλογών. Και εδώ, συναντώ την Ιοκάστη. Είναι μια βαθιά ερωτική φύση, αλλά ταυτόχρονα μια γυναίκα που σκέφτεται και φιλοσοφεί τη ζωή από σκηνής. Προτρέπει τους ανθρώπους να μην εγκλωβίζονται στα μικρά και εφήμερα των ανθρώπινων σχέσεων, αλλά να διασχίζουν τη ζωή όσο μπορούν πιο ήρεμα, με μια σχεδόν στωική στάση και χωρίς να παραδίδονται στον φόβο.

Υπάρχει όμως και ένα ακόμη στοιχείο της που ταυτίζομαι: η αμφισβήτησή της απέναντι στους χρησμούς και στο προκαθορισμένο πεπρωμένο. Αυτό συναντά τη δική μου, περισσότερο υλιστική και ορθολογική σκέψη. Δεν πιστεύω εύκολα σε μια μεταφυσική δύναμη που έχει ήδη αποφασίσει τη μοίρα μας. Και, διαβάζοντας τους αρχαίους μύθους, δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι πόση ευσπλαχνία επιφυλάσσουν τελικά οι θεοί για τους ανθρώπους — και ιδιαίτερα για τις γυναίκες.

Ίσως, λοιπόν, αυτό που μεταφέρω περισσότερο από εμένα στην Ιοκάστη είναι ακριβώς αυτή η αντίσταση στον φόβο και στο αναπόφευκτο: η ανάγκη να σκέφτεσαι, να αμφισβητείς και να διεκδικείς μέχρι τέλους το δικαίωμα να ορίζεις εσύ τη ζωή σου.

  • Υπάρχει κάποιος ρόλος από το παρελθόν σας που νιώθετε ότι δεν τον «αποχαιρετήσατε» ποτέ εντελώς, αλλά συνεχίζει να επηρεάζει τον τρόπο ερμηνείας σας σήμερα;

Δεν είναι μόνο ένας ο ρόλος που αισθάνομαι ότι δεν έχω αποχαιρετήσει ποτέ πραγματικά. Αν όμως έπρεπε να ξεχωρίσω έναν, θα επέλεγα την Όζε από τον Πέερ Γκυντ του Ίψεν. Είναι ένας ρόλος που έχω υποδυθεί και έχω αγαπήσει βαθιά, όπως άλλωστε και το ίδιο το έργο.

Η Όζε είναι μια μορφή που έχει μείνει μέσα μου, ίσως γιατί μέσα από εκείνη συνάντησα μια πολύ ιδιαίτερη μορφή αγάπης: την αγάπη που επιμένει, που συγχωρεί, που συνοδεύει τον άλλον ακόμη και στις πιο σκοτεινές ή παράλογες διαδρομές του. Αυτή η εμπειρία με ακολουθεί και ως ηθοποιό. Μου θυμίζει ότι πίσω από κάθε ρόλο, ακόμη και τον πιο ακραίο, πρέπει να αναζητούμε τον βαθύτερο ανθρώπινο πυρήνα του και όχι απλώς να τον κρίνουμε.

Ίσως γι’ αυτό και ο Πέερ Γκυντ δεν έχει κλείσει τον κύκλο του για μένα. Σκοπεύω να επιστρέψω σε αυτόν τα Χριστούγεννα, παρουσιάζοντάς τον σε αθηναϊκή σκηνή μέσα από τη δική μου δραματουργική και σκηνοθετική προσέγγιση. Είναι ένας τρόπος να ξανασυναντήσω ένα έργο που αγαπώ, αυτή τη φορά όχι μόνο ως ηθοποιός, αλλά και ως δημιουργός.

  • Δεδομένης της ενασχόλησής σας με το αρχαίο δράμα αλλά και την πρόσφατη ερμηνεία σας στον μονόλογο ΜπελΕλέν, ποια είναι η γνώμη σας για την πολυσυζητημένη ταινία του Νόλαν;

Περιμένω να τη δω για να σχηματίσω ολοκληρωμένη άποψη, αλλά η κριτική μου εστιάζει στη σκηνοθετική πρόθεση και όχι στη διανομή. Η τέχνη οφείλει να είναι συμπεριληπτική και ανοιχτή σε νέες ερμηνείες. Αν μια ταινία τελικά αποτύχει, αυτό συμβαίνει όταν περιορίζεται σε ένα επιφανειακό θέαμα χωρίς να αγγίζει το τραγικό βάθος του μύθου —κάτι που βαρύνει τη σκηνοθετική ματιά και όχι τις υποκριτικές επιλογές.  

  • Μεταπηδώντας από τη σκηνή στο χαρτί, έχετε γράψει αρκετά πρωτότυπα βιβλία, όπως «Το Ερωτόκαστρο» και «Το Μαγικό μου Σώμα». Τι είναι αυτό που σας ωθεί κάθε φορά στη συγγραφή ενός νέου έργου;

Όλα ξεκινούν από τη σύλληψη μιας ιδέας. Είναι εκείνη η στιγμή που ως δημιουργός σε οδηγεί σε έναν μικρό γόνιμο παροξυσμό, σε μια γλυκιά ανησυχία που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις μέχρι να της δώσεις μορφή. Επειδή προέρχομαι από το θέατρο, προτού ακόμη ξεκινήσω να γράφω, σκέφτομαι θεατρικά: φαντάζομαι, ονειρεύομαι, δημιουργώ εικόνες, πρόσωπα και κόσμους. Και όταν έρθει η στιγμή της έμπνευσης, τότε η γραφή ακολουθεί σχεδόν αυθόρμητα.

Φυσικά, σημαντικό ρόλο παίζουν και τα ερεθίσματα από το περιβάλλον και την εποχή στην οποία ζούμε. Το «Μαγικό μου Σώμα», για παράδειγμα, που έχει λάβει στήριξη από το Ίδρυμα Μποδοσάκη, γεννήθηκε μέσα στην περίοδο του κορονοϊού και από την ιδιαίτερη ευαισθησία μου για τα παιδιά. Ήθελα να τους μιλήσω για το σώμα τους με έναν τρόπο δημιουργικό και χωρίς φόβο, γιατί πιστεύω ότι όσο καλύτερα γνωρίζουμε το σώμα μας, τόσο περισσότερο μπορούμε να το φροντίζουμε, να αισθανόμαστε δυνατοί και να αντιμετωπίζουμε με μεγαλύτερη ψυχραιμία την έννοια της ασθένειας.

Το «Ερωτόκαστρο», από την άλλη, γεννήθηκε από μια εντελώς διαφορετική αγάπη. Είναι η δική μου νεοελληνική απόδοση του μεσαιωνικού μυθιστορήματος «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα», ενός έργου που αγάπησα πολύ, τόσο για το ίδιο το κείμενο όσο και για εκείνη την περίπλοκη, αντιφατική και ταυτόχρονα γοητευτική ιστορική περίοδο του Μεσαίωνα.

Νομίζω, τελικά, ότι κάθε έργο ξεκινά από κάτι που με συγκινεί τόσο, ώστε να αισθάνομαι την ανάγκη να δημιουργήσω γύρω του έναν ολόκληρο κόσμο. Και στην περίπτωση του «Ερωτόκαστρου», υπήρχε και κάτι ακόμη ακαταμάχητο: τα κάστρα. Εξάλλου, υπάρχει καλλιτέχνης που δεν εμπνέεται από ένα κάστρο;  

  • Ο μεγάλος αργεντινός συγγραφέας Χούλιο Κορτάσαρ έλεγε ότι για να γίνεις συγγραφέας πρέπει πρώτα να είσαι καλός μεταφραστής. Τι προηγήθηκε για εσάς; Και πώς επηρεάζει τη συγγραφική σας φωνή η κατάδυσή σας στις λέξεις άλλων δημιουργών;

Νομίζω ότι η σκέψη του Κορτάσαρ μπορεί να τεθεί και αντίστροφα: ένας καλός συγγραφέας μπορεί να γίνει και πολύ καλύτερος μεταφραστής. Γιατί η μετάφραση, για μένα, δεν είναι μόνο η ακριβής αντιστοίχιση μιας λέξης με μια άλλη. Είναι απόδοση ύφους, ρυθμού, ποιητικότητας, μουσικότητας και, τελικά, της ίδιας της ψυχής ενός κειμένου. Κάποιες φορές, μάλιστα, μια πιο ελεύθερη απόδοση μπορεί να αποδειχθεί πιο πιστή στο πνεύμα του πρωτοτύπου από μια αυστηρά κατά λέξη μετάφραση.

Η κατάδυση στις λέξεις άλλων δημιουργών είναι ένα εξαιρετικό σχολείο. Σε αναγκάζει να αφουγκραστείς έναν λόγο που δεν είναι δικός σου, να κατανοήσεις τον ρυθμό του, τις σιωπές του, τις αποχρώσεις και τις προθέσεις του. Και αυτή η διαδικασία αναπόφευκτα καλλιεργεί και τη δική σου συγγραφική φωνή, γιατί σε κάνει πιο συνειδητό απέναντι στη δύναμη και στην ακρίβεια της λέξης.

Εν κατακλείδι, για μένα ο ιδανικός συνδυασμός σε τέτοια εγχειρήματα είναι η γνώση μαζί με τη φαντασία. Η γνώση σου επιτρέπει να σέβεσαι το έργο του άλλου· η φαντασία σε βοηθά να το κάνεις να αναπνεύσει ξανά σε μια άλλη γλώσσα.  

  • Παράλληλα δραστηριοποιείστε ενεργά και ως εκδότρια. Τι είδους φωνές και κείμενα αναζητάτε να συστήσετε στο αναγνωστικό κοινό μέσα από τις εκδόσεις σας;

Λόγω της ενασχόλησής μου με τις εκδόσεις ως γραφίστρια ήδη από το 1999, έχω μάθει να βλέπω ένα βιβλίο όχι μόνο ως κείμενο, αλλά ως ένα ολοκληρωμένο αισθητικό και δημιουργικό έργο.

Στις εκδόσεις μας αναζητώ κυρίως βιβλία που αισθάνομαι ότι έχουν κάτι διαφορετικό να πουν. Μπορεί να είναι μια πρωτότυπη σύγχρονη φωνή, αλλά μπορεί να είναι και ένα κλασικό αριστούργημα που δεν έχει ακόμη βρει τον δρόμο του προς το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Με γοητεύει πολύ η ιδέα να ανακαλύπτω τέτοια έργα και να τους δίνω μια νέα ζωή μέσα από μια ελληνική έκδοση.

Σε μεγάλο βαθμό οι επιλογές μου σχετίζονται και με την προσωπική μου αισθητική, το ένστικτο και το συναίσθημα. Κάποιες φορές, ομολογώ, μπορεί να εκδώσω ένα βιβλίο απλώς επειδή το αγάπησα και θέλω να υπάρχει! Τις περισσότερες φορές, όμως, προσπαθώ παράλληλα να αφουγκράζομαι την εποχή μας και να αναζητώ αυτό που θα κινήσει την περιέργεια στους βιβλιόφιλους της Ελλάδας, το περιεχόμενο που θα τους προκαλέσει να ανατρέξουν στις σελίδες μίας νέας έκδοσης.

Πάντα όμως μιλά και η γραφίστρια μέσα μου. Γι’ αυτό και φροντίζω ώστε τα βιβλία που εκδίδω να έχουν χαρακτηριστική εικαστική ταυτότητα. Πιστεύω πολύ στη δύναμη της εικόνας και της φαντασίας, σε εκείνη τη μικρή απόδραση που μπορεί να προσφέρει ένα όμορφο βιβλίο από την καθημερινότητα.

Πάνω απ’ όλα, όμως, ένας από τους σημαντικότερους στόχους του εκδοτικού μας οίκου είναι να δίνει χώρο σε νέους, ταλαντούχους Έλληνες συγγραφείς. Θεωρώ ύψιστης σημασίας να ανακαλύπτεις μια νέα φωνή, να την εμπιστεύεσαι και να τη βοηθάς να συναντήσει το κοινό της. Για μένα, αυτή είναι και μία από τις πιο συναρπαστικές πλευρές της εκδοτικής δουλειάς: Να· δημιουργείς τις προϋποθέσεις για να ακουστούν νέες φωνές.  

  • Ως εκδότρια βλέπετε το κείμενο ως κάτι οριστικό και τυπωμένο. Πώς επηρεάζει αυτή η πειθαρχία τη δουλειά σας στο θέατρο, όπου όλα αλλάζουν σε κάθε παράσταση;

Θεωρώ ότι αυτές οι δύο ιδιότητες λειτουργούν μέσα μου συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά. Ως εκδότρια γνωρίζω πολύ καλά ότι κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσεις ότι ένα κείμενο ολοκληρώθηκε και να το αφήσεις να ταξιδέψει μόνο του. Το τυπωμένο βιβλίο έχει κάτι το οριστικό, σχεδόν αμετάκλητο, και αυτό απαιτεί μεγάλη πειθαρχία, προσοχή και ευθύνη απέναντι στη λέξη.

Στο θέατρο όμως συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο – και ίσως γι’ αυτό το αγαπώ τόσο πολύ. Ακόμη και όταν υπάρχει ένα συγκεκριμένο κείμενο και μια σκηνοθετική γραμμή, τίποτα δεν είναι απολύτως ίδιο από πρόβα σε πρόβα και από παράσταση σε παράσταση. Αλλάζει η ενέργεια των ηθοποιών, αλλάζει το κοινό, αλλάζει η στιγμή, ακόμη και μια σιωπή μπορεί ξαφνικά να αποκτήσει διαφορετικό νόημα.

Η εκδοτική πειθαρχία, λοιπόν, με έχει μάθει να είμαι πολύ πιο αυστηρή με το κείμενο και τις επιλογές μου, ενώ το θέατρο μου θυμίζει διαρκώς ότι πρέπει να αφήνω χώρο και στο απρόβλεπτο. Και ως άνθρωπος που γράφει, σκηνοθετεί και παίζει, βρίσκω αυτή την αντίθεση εξαιρετικά γοητευτική: στο βιβλίο κάποια στιγμή βάζεις την τελεία· στο θέατρο η ίδια τελεία μπορεί το επόμενο βράδυ να γίνει αποσιωπητικά

  • Η ενασχόληση με τη διασκευή και τη μετάφραση σάς κάνει πιο αυστηρή ή πιο δεκτική εκδότρια όταν κρίνετε χειρόγραφα άλλων δημιουργών;

Θα έλεγα και τα δύο. Με κάνει πιο αυστηρή απέναντι στο ίδιο το κείμενο, αλλά περισσότερο δεκτική απέναντι στον δημιουργό. Όταν έχεις περάσει από τη διαδικασία της γραφής, της μετάφρασης και της διασκευής, γνωρίζεις πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι να βρεις την κατάλληλη λέξη, τον σωστό ρυθμό, να αφαιρέσεις κάτι που αγαπάς επειδή τελικά δεν υπηρετεί το σύνολο. Μαθαίνεις λοιπόν να αναγνωρίζεις τόσο την πραγματική δουλειά που κρύβεται πίσω από ένα κείμενο όσο και τις αδυναμίες του.

Όταν διαβάζω ένα χειρόγραφο δεν αναζητώ απαραίτητα την τελειότητα. Με ενδιαφέρει περισσότερο να ανακαλύψω αν υπάρχει μέσα του μια αληθινή φωνή, μια πρωτότυπη ιδέα, κάτι που να με συγκινήσει ή να με ξαφνιάσει. Ένα κείμενο μπορεί να έχει ατέλειες και παρ’ όλα αυτά να διαθέτει έναν πολύ δυνατό πυρήνα. Εκεί πιστεύω ότι χρειάζεται το ένστικτο του εκδότη αλλά και η διάθεση συνεργασίας με την/τον συγγραφέα.

Άλλωστε, η μετάφραση και η διασκευή με έχουν μάθει ότι ένα κείμενο δεν είναι κάτι ιερό που απαγορεύεται να το αγγίξεις, αλλά ούτε και κάτι που μπορείς να μεταχειριστείς αυθαίρετα. Χρειάζεται σεβασμός στην πρόθεση και στη φωνή του δημιουργού, αλλά συγχρόνως τόλμη για να δεις τι μπορεί να εξελιχθεί.

Ίσως λοιπόν είμαι αυστηρή με τις λέξεις, αλλά επιεικής με τους ανθρώπους. Γιατί ένα χειρόγραφο μπορεί να διορθωθεί και να εξελιχθεί· μια πραγματικά ιδιαίτερη συγγραφική φωνή, όμως, είναι πολύ πιο δύσκολο να βρεθεί.

Η ίδια η λέξη «Μεταμορφώσεις» νομίζω ότι εμπεριέχει ένα μεγάλο μέρος της απάντησης. Μέσα από τη συνεργασία μου με την ομάδα Μεταμορφώσεις–Takis Loukatos αισθάνομαι ότι εξελίσσομαι διαρκώς, όχι μόνο ως ηθοποιός αλλά συνολικά ως δημιουργός και ως άνθρωπος.

Κάθε ουσιαστική καλλιτεχνική συνάντηση σε αναγκάζει να εγκαταλείψεις για λίγο όσα θεωρείς δεδομένα, να αμφισβητήσεις τις βεβαιότητές σου και να δοκιμάσεις άλλους τρόπους έκφρασης. Αυτό είναι για μένα και το πιο γοητευτικό στοιχείο μιας συνεργασίας: δεν θέλω ο άλλος να επιβεβαιώνει απλώς όσα ήδη γνωρίζω για τον εαυτό μου, αλλά να μου αποκαλύπτει πλευρές που ίσως ούτε εγώ γνώριζα ότι υπάρχουν.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία θεωρώ ότι έχω γίνει πιο ανοιχτή, πιο τολμηρή αλλά και περισσότερο πειθαρχημένη. Έχω μάθει να εμπιστεύομαι περισσότερο τη συλλογική δημιουργία, χωρίς να χάνω την προσωπική μου καλλιτεχνική ταυτότητα. Γιατί στο θέατρο η πραγματική μεταμόρφωση δεν είναι να πάψεις να είσαι εσύ· είναι να διευρύνεις αυτό που είσαι.

Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη μεταμόρφωση που βλέπω σήμερα στην Αλεξία: αισθάνομαι πιο ελεύθερη να δοκιμάζω, να εκτίθεμαι δημιουργικά, να αλλάζω και να επανακαθορίζομαι. Άλλωστε, αν ένας καλλιτέχνης σταματήσει να μεταμορφώνεται, κατά κάποιον τρόπο σταματά και να προσφέρει πολιτισμό. 

  • Πού αποδίδετε αυτή την έντονη καλλιτεχνική χημεία που έχετε με τον Τάκη Λουκάτο και κατά πόσο συμπίπτει η πνευματική σας ματιά σε κάθε εγχείρημα;

Τον αγαπώ και τον θαυμάζω βαθιά, κυρίως γιατί είναι ένας άνθρωπος που δεν παραιτείται ποτέ. Θαυμάζω την ακατάπαυστη δημιουργικότητα και εργατικότητά του, την αφοσίωσή του στο θέατρο αλλά και στα εικαστικά του έργα, που συνομιλούν με την αρχαία Ελλάδα — όπως εκείνο το εξαιρετικό γλυπτό του με θέμα τη Μήδεια που είχα ξεχωρίσει όταν πρωτογνωριστήκαμε. Θαυμάζω αυτή την εσωτερική ανάγκη που έχει να παράγει έργο συνεχώς.

Θα έλεγα ότι καλλιτεχνικά ο Τάκης είναι το alter ego μου. Ίσως τον έψαχνα χρόνια, όπως μου λέει κι εκείνος ότι έψαχνε εμένα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε πάντοτε ή ότι η πνευματική μας ματιά ταυτίζεται απόλυτα σε κάθε εγχείρημα. Και ευτυχώς! Γιατί πιστεύω ότι η πραγματική δημιουργία γεννιέται όταν δύο άνθρωποι έχουν έναν βαθύ κοινό πυρήνα, αλλά διατηρούν συγχρόνως την ελευθερία να διαφωνούν, να προκαλούν ο ένας τον άλλον και τελικά να οδηγούνται κάπου όπου ίσως κανείς από τους δύο δεν θα έφτανε μόνος του.

Γι’ αυτό και για μένα ο Τάκης δεν είναι απλώς ένας συνεργάτης. Είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο μοιράζομαι μια κοινή καλλιτεχνική γλώσσα, μια βαθιά αγάπη για την τέχνη και, πάνω απ’ όλα, μια σχέση ζωής. 

  • Ο Οιδίποδας είναι η τραγωδία της αποκάλυψης της αλήθειας. Στον σημερινό κόσμο της υπερπληροφόρησης, τι είδους «τύφλωση» πιστεύετε ότι μας χαρακτηρίζει;

Κατά την άποψή μου, σήμερα βιώνουμε το παράδοξο να έχουμε πρόσβαση σε περισσότερη πληροφορία από οποιαδήποτε άλλη εποχή και, παρ’ όλα αυτά, να μη σημαίνει απαραίτητα ότι γνωρίζουμε και περισσότερα. Ίσως λοιπόν η σύγχρονη «τύφλωση» να είναι ακριβώς αυτή: η ψευδαίσθηση ότι επειδή βλέπουμε και ακούμε τα πάντα, γνωρίζουμε και την αλήθεια.

Καθημερινά δεχόμαστε έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών, εικόνων και απόψεων, χωρίς πάντοτε να έχουμε τον χρόνο ή τη διάθεση να τις επεξεργαστούμε και να τις θέσουμε υπό κρίση. Και πολλές φορές επιλέγουμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, να πιστέψουμε εκείνο που επιβεβαιώνει όσα ήδη θέλουμε να πιστεύουμε. Για μένα αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη μορφή εθελοτυφλίας.

Στον Οιδίποδα η αλήθεια υπάρχει από την αρχή· εκείνο που αλλάζει είναι η δυνατότητα των ανθρώπων να την αντικρίσουν. Κάπως έτσι αισθάνομαι ότι συμβαίνει και σήμερα. Έχουμε την πληροφορία μπροστά μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε και τον κριτικό νου να ξεχωρίσουμε το αληθινό από το κατασκευασμένο, το ουσιαστικό από το επιφανειακό, το ειλικρινές από το φαιδρό.

Γι’ αυτό πιστεύω ότι η μεγαλύτερη άμυνα του σύγχρονου ανθρώπου είναι η κριτική σκέψη. Να αμφισβητεί, να ερευνά, να μη φοβάται να αλλάξει γνώμη όταν τα δεδομένα το απαιτούν και, κυρίως, να έχει το θάρρος να αντικρίζει την αλήθεια όσο επίπονη κι αν είναι.
Γιατί τελικά η πραγματική τύφλωση δεν είναι να μη βλέπεις· είναι να έχεις τη δυνατότητα να δεις και να επιλέγεις να μένεις στα σκοτάδια. 

  • Αν ο εκδοτικός σας εαυτός έπρεπε να γράψει ένα οπισθόφυλλο για το σύνολο του έργου σας, ποιο θα λέγατε ότι είναι το κεντρικό θέμα που σας χαρακτηρίζει;

Ίσως η αναζήτηση της ελευθερίας μέσα από τη φαντασία. Όχι φυσικά μια ελευθερία υπό την έννοια της ασυδοσίας αλλά ως το δικαίωμα και ταυτόχρονα την ευθύνη να επιλέγουμε ποιοι θέλουμε να είμαστε και πώς θέλουμε να ζήσουμε τη ζωή μας.

Με γοητεύουν πολύ ο έρωτας, η ανθρώπινη φύση, η σύγκρουση με τη μοίρα, η θέση της γυναίκας, αλλά και εκείνη η ακατανίκητη ανάγκη να ονειρεύεσαι και να δημιουργείς άλλους κόσμους, όταν η πραγματικότητα δεν σου αρκεί. Ίσως γι’ αυτό επιστρέφω τόσο συχνά στα κλασικά κείμενα, στους μύθους, στα παραμύθια, στην Ιστορία. Δεν με ενδιαφέρει όμως να τα αντιμετωπίζω ως κάτι μουσειακό. Θέλω να ανακαλύπτω τι έχουν να πουν στον σημερινό άνθρωπο και, όπου χρειάζεται, να συνομιλώ μαζί τους, ακόμη και να τα αμφισβητώ.

Αν λοιπόν έγραφα πραγματικά ένα οπισθόφυλλο για το σύνολο της δουλειάς μου, ίσως τελείωνε κάπως έτσι: Ιστορίες για ανθρώπους που ερωτεύονται, αμφισβητούν, ονειρεύονται και αρνούνται να δεχτούν ότι η ζωή τους έχει ήδη γραφτεί. Που τολμούν να κάνουν νέες επιλογές, που αγωνίζονται και διατηρούν το δικαίωμα να φαντάζονται την ελευθερία τους, κάθε φορά, από την αρχή.

Διαβάστε ακόμη:

Οιδίπους Τύραννος: Η σύγχρονη παράσταση στο Αττικό Άλσος

Τάκης Λουκάτος: Ο Οιδίποδας, η Τέχνη και η αιώνια αναζήτηση

Οδύσσεια του Christopher Nolan: Η Ελλάδα στο επίκεντρο του κόσμου

 

Latest Posts

spot_img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

spot_imgspot_imgspot_img

NEWSLETTER

Ειδήσεις γρήγορα, έγκυρα και σοβαρά: